Θεατρικές μουσικές που έγραψαν ιστορία
Απόψε υποκλίνονται για σένα θεατή
Θέατρο και μουσική: δύο μαγικοί κόσμοι που συχνά ο ένας υπηρετεί τον άλλο, συμβάλλει στην ύπαρξή του και κάποιες φορές τον καθορίζει. Δύο κόσμοι που συνδιαλέγονται δημιουργικά σε πολλά επίπεδα και που, όταν η χημεία αυτής της συνδιαλλαγής επιτύχει, δίνουν ένα μοναδικό ενιαίο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί ποτέ πόσα από τα τραγούδια που ακούμε και ψιθυρίζουμε έκαναν το ντεμπούτο τους σε μια θεατρική σκηνή; Οι περιπτώσεις όπου η μουσική μιας θεατρικής παράστασης (είτε μουσικοθεατρικής είτε όχι) δεν έντυσε απλώς το θεατρικό έργο, αλλά έγραψε τη δική της ιστορία και απέκτησε τη δική της υπόσταση, δεν είναι οι συνηθέστερες, είναι όμως σίγουρα οι πιο ελκυστικές. Μεγάλοι συνθέτες έχουν κατά καιρούς συνθέσει μουσική για θεατρικές παραστάσεις. Κάποιοι από αυτούς έχουν καταφέρει να νικήσουν με τη μουσική τους τη θνησιμότητα που ενέχει από τη φύση της μια θεατρική παράσταση και να προικίσουν τη μουσική με μερικές από τις καλύτερες δισκογραφικές στιγμές της. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, κάποιες από αυτές.
Οδός Ονείρων
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις. Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος, Αλέξης Σολομός, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μίνως Αργυράκης. Τραγούδι: Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Χορν, Μάρω Κοντού, Γιώργος Μαρίνος, Λάκης Παππάς, Ζωή Φυτούση, Σούλα Μπάστα, Νίκη Λεμπέση, Γιώργος Ζωγράφος. (1962, 2000 Μinos ΕΜΙ)
«Η Οδός Ονείρων ανέβηκε στο θέατρο Μετροπόλιταν στις 14 Ιουνίου του 1962. Ήταν ένα ιδιότυπο μιούζικαλ. Είχε τεράστια επιτυχία. Την παρακολούθησαν πολλές καλλιτεχνικές προσωπικότητες από όλο τον κόσμο» γράφει το συνοδευτικό φυλλάδιο του δίσκου, σε μια απόπειρα στεγνής πληροφόρησης. Η προσπάθεια που κάνει το μαγνητικό μέσο είναι αρκετά πιο δύσκολη και γι’ αυτό πολύ πιο αγωνιώδης: να κλείσει εντός του το μύθο της παράστασης, να αποδώσει το κλίμα της θεατρικής αίθουσας. Για να το καταφέρει, απαθανατίζει τις χατζιδακικές μελωδίες, αλλά και τις φωνές του Δημήτρη Χορν, της Μάρως Κοντού, του Γιώργου Μαρίνου, του Λάκη Παππά, της Ζωής Φυτούση. Στην περίπτωση της Ρένας Βλαχοπούλου σημειώνει απουσία. Η ασυμφωνία χαρακτήρων μεταξύ δισκογραφικών κάνει για άλλη μια φορά το θαύμα της… Τα κείμενα της παράστασης υπέγραφαν ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Αλέξης Σολομός, τις χορογραφίες συντόνιζε ο Μανώλης Καστρινός, τα σκηνικά επιμελούνταν ο Μίνως Αργυράκης. Η συνεργασία είχε ως απώτερο στόχο την ανανέωση του είδους της επιθεώρησης και τον μοιραζόταν με μια «άσπονδη φίλη»: την Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη και του θεάτρου Παρκ.
Πηγή του μύθου και στον πυρήνα της Οδού οι μουσικές του Χατζιδάκι, να υπηρετούν τη θεματική των ανεκπλήρωτων επιθυμιών και να την προσεγγίζουν με τρόπο που η χώρα δυσκολεύεται να ξεπεράσει. Δυσκολεύεται να ξεπεράσει τη σπαρακτικά λιτή ερμηνεία του Χορν στο Ηθοποιός, ειδικά αφού διαπιστώσει (μέσω του 2000 Μ.Χ.) πως ο ερμηνευτής ακολουθεί ευλαβικά τις οδηγίες του συνθέτη. Αδυνατεί να συνέλθει από την ποίηση της στιγμής κατά την οποία η αναπνοή ενώνεται με το ανοιξιάτικο αεράκι του Επιταφίου. Εμφανίζεται ολοένα και πιο ευσυγκίνητη στο άκουσμα ήχων που «διαπερνούν τις πανοπλίες του κυνισμού της» (όπως αναφέρει ο Γιάννης Αγγελάκας). Κυρίως: στέκει αμήχανη απέναντι στην αλήθεια της φράσης: «Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί, κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα ’θελε να ζει».
Όρνιθες
Αριστοφάνης. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις. Στίχοι: Βασίλης Ρώτας. Τραγούδι: Μ. Χατζιδάκις, Σ. Σακκάς, Ε. Συριώτη, Γ. Μούτσιος, Α. Ραβανοπούλου. (1960, 1994, Universal - 1965. 2004, Μinos-ΕΜΙ)
Το καλοκαίρι του 1959 τρεις από τους μεγαλύτερους δημιουργούς που συστήθηκαν ποτέ στην ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα αποφασίζουν να δουλέψουν σε πεδίο κοινό. Οι Όρνιθες του Αριστοφάνη σκηνοθετούνται από τον Κουν, σκηνογραφούνται από τον Τσαρούχη (ο ίδιος έχει και την ευθύνη των κοστουμιών) και επενδύονται μουσικά από τον Χατζιδάκι. Η παράσταση ανεβαίνει στο Ηρώδειο στις 29 Αυγούστου και κατεβαίνει «βίαια» μία μέρα μετά. Αιτία; Η σκηνή της θυσίας, η οποία στο μυαλό κάποιων υπερευαίσθητων θεατών θίγει το ορθόδοξο χριστιανικό πιστεύω. Στη διαδικασία απαγόρευσης πρωτοστατεί ο τότε υπουργός Προεδρίας, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αναλαμβάνει αυτόκλητα το ρόλο του προστάτη θρησκευτικών δικαιωμάτων και μιλά με στόμφο για προσβολή και για παραμόρφωση. Την ώρα που οι γελοιογράφοι της εποχής «επιβραβεύουν» τον πολιτικό, σκιτσάροντάς τον ως κότα, η κατηγορούμενη εκδοχή της αρχαίας κωμωδίας ξεκινά με πείσμα μια πορεία, απόδειξη της αξίας της. Καταφέρνει, τελικά, να παιχτεί πολλές φορές σε Ελλάδα και Ευρώπη, να παρουσιαστεί το 1965 με ιδιαίτερη επιτυχία στην όπερα των Βρυξελλών σε μορφή μπαλέτου (χορογραφίες του Μορίς Μπεζάρ), να κατακτήσει την ίδια χρονιά το πρώτο βραβείο του γαλλικού φεστιβάλ των Εθνών.
Στην εν λόγω αξία τεράστια θεωρείται η συμβολή των χατζιδακικών μελωδιών, των οποίων η πορεία, από ένα σημείο και μετά, υπήρξε αυτόνομη. Η αρχική λιτή ενορχήστρωση σε τέσσερα όργανα, η οποία δεν ικανοποιούσε τον τελειομανή συνθέτη, αναθεωρήθηκε και, έτσι, το έργο στην τελική του μορφή (καντάτα για μέτζο-σοπράνο, δύο βαρύτονους, παιδική χορωδία, δύο μεικτές χορωδίες και ορχήστρα) ηχογραφήθηκε το έτος 1965. Η γοητεία του αποτελέσματος έγκειται στο γεγονός ότι οι μουσικές έχουν απαλλαγεί από την κακώς εννοούμενη αυστηρότητα και από το πομπώδες ύφος με τα οποία συνδέουν συχνά στην Ελλάδα οτιδήποτε αρχαίο. Σύμφωνα με το διευθυντή ορχήστρας, τον Λουκά Καρυτινό: «Πρόκειται για ήχους πρωτοφανείς για τις προτιμήσεις τής τότε εποχής. Για ήχους που δεν έχουν καμία σχέση με το γιγάντιο, ήχους διάφανους και αφαιρετικούς». Τα τραγούδια που προκύπτουν από τη σύνθεση των διάφανων ήχων με τα λόγια του Βασίλη Ρώτα ακούγονται περιέργως οικεία, τρυφερά και (ειδικά στην περίπτωση του λυρικότατου Ω καλή μου ξανθιά) ξεκάθαρα συγκινητικά.
Πορνογραφία
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις. Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις, Άρης Δαβαράκης, Νίκος Γκάτσος. (1982, Μinos-EMI)
«Η ιδέα για την Πορνογραφία μού ήρθε τη Μεγάλη Εβδομάδα στη Μακρινίτσα, αξεκαθάριστη και ομιχλώδης, όπως και το υγρό τοπίο του Πηλίου, μες στο οποίο έζησα μερικές αξέχαστες μέρες φιλοξενούμενος σε φίλους. Η ομίχλη έμπαινε από την πόρτα του μπαλκονιού κι απ’ τα παράθυρα. Έτσι μπήκε και η Πορνογραφία μέσα μου. Απ’ το παράθυρο, με το αεράκι και τις καμπάνες του Επιταφίου». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις τη στιγμή που η έμπνευσή του γέννησε την ιδέα τής Πορνογραφίας. Αρχές της δεκαετίας του ’80 και η Ελλάδα αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει. Η αθωότητα των οραμάτων των δεκαετιών του ’60 και του ’70 έχει αρχίζει να ξεθωριάζει και την προσοχή τραβά ολοένα και περισσότερο το έντονο –σχεδόν κιτς– χρώμα του ατομισμού, της ιδιοτέλειας και του κομφορμισμού. Οι γειτονιές ξεκινούν το ταξίδι χωρίς επιστροφή και η Οδός Ονείρων μοιάζει πια σαν όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Λέξεις όπως αποξένωση, καριέρα, χρήμα έρχονται στην επιφάνεια, το νόημα της ψυχαγωγίας αλλοιώνεται και η χώρα μας αποκτά –ως φυσικό φαινόμενο που δεν μπορεί παρά να το δεχτεί– την τάξη των λεγόμενων νεόπλουτων, ενώ η κατάκτηση μιας γερής και μεγάλης καρέκλας στο δημόσιο γίνεται το νέο όραμα του νεοέλληνα. Επιχειρώντας να προσδιορίσει την έννοια της πορνογραφίας, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει μεταξύ άλλων: «Πορνογραφία είναι ακόμα η δολοφονία του αθώου βλέμματος χιλιάδων παιδιών της οικουμένης, ο εθισμός του κόσμου μας με το τρομαχτικό, η καλοζωισμένη αναισθησία μας στου διπλανού τον πόνο. Κι όλα αυτά στ’ όνομα των αλλαγών και του μέλλοντος». Ο δίσκος σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, στίχους του ίδιου και του Άρη Δαβαράκη και ποίηση του Νίκου Γκάτσου αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μουσικής γραμμένης ειδικά για το θέατρο –μουσική παράσταση– η οποία όχι μόνο νίκησε το χρόνο αλλά και την ίδια τη θεατρική της υπόσταση. Η ομώνυμη παράσταση ανέβηκε το 1982 στο θέατρο Σούπερ Σταρ, σε σκηνοθεσία του Μάνου Χατζιδάκι, κείμενα του ίδιου του συνθέτη αλλά και των Άρη Δαβαράκη, Γιάννη Βικέλα, Μιχάλη Παπαγγέλη, Αντώνη Κυριακούλη και του γνωστού σήμερα δημοσιογράφου και εκδότη Δημήτρη Ρίζου. Έλαβαν μέρος η Σαπφώ Νοταρά, ο Πέτρος Δουρδουμπάκης, ο Σπύρος Μπιμπίλας, ο Χρήστος Ευθυμίου, ο Χάρης Ρώμας, ο Κώστας (όπως αναγράφεται στο πρόγραμμα της παράστασης και όχι Κωνσταντίνος) Τζούμας κ.ά., ενώ οι τραγουδιστές τής παράστασης ήταν ο Βασίλης Λέκκας, η Μαίρη Δαλάκου, ο Ηλίας Λιούγκος, η Γιάννα Κατσαγιώργη και η Μαριάννα Ευστρατίου-Παγκάκη. Παρά την ηχηρή υπογραφή του μεγάλου συνθέτη όμως το εγχείρημα δεν είχε αίσιο σκηνικό τέλος, αφού η παράσταση κατέβηκε άδοξα και πρόωρα. Κριτική και κοινό δεν καλοδέχτηκαν τη νέα μουσικοθεατρική αυτή πρόταση, καταλογίζοντας συχνά στην ομάδα τής Πορνογραφίας έλλειψη θεατρικού λόγου και γνώσης των κωδίκων της σκηνής. Σε πλήρη αντίθεση όμως με τη μικρή διάρκεια της ζωής της παράστασης, ο δίσκος κέρδισε την αθανασία, αποτελώντας έναν από τους εμπορικότερους δίσκους στο σύνολο της ελληνικής δισκογραφίας. Τραγούδια όπως το ομώνυμο (Πορνογραφία) σε στίχους Μάνου Χατζιδάκι και Άρη Δαβαράκη, Η Παναγία των Πατησίων και το Έλα σε μένα σε ποίηση Νίκου Γκάτσου, Η μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων σε στίχους Άρη Δαβαράκη αλλά και λιγότερο γνωστά όπως Οι τρεις Ρόζες ή το τέλος του ονείρου σε στίχους Χατζιδάκι (που αποτελεί ένα διάλογο ανάμεσα σε έναν νέο και τρεις Ρόζες, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη Ρόζα Εσκενάζυ και τη Ρόζα Μπλου), μέσα από τις χιλιάδες εκτελέσεις τους σε καλλιτεχνικά προγράμματα και ραδιοφωνικές συχνότητες, έχουν μοιραία αναλάβει το ρόλο του κοινωνού του νοήματος και των προθέσεων των συντελεστών τής Πορνογραφίας και ιδιαίτερα του Μάνου Χατζιδάκι. Ρόλος αναμφισβήτητα δύσκολος και επικίνδυνος, γιατί όλοι θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι, ανεξάρτητα από τις θεατρικές αδυναμίες και τις ελλείψεις του εγχειρήματος, να καλείς έναν άνθρωπο μόλις ξυπνήσει να κοιτάξει κατάματα τον καθρέφτη του, ενώ εκείνος έχει πασχίσει πριν κοιμηθεί να στριμώξει στο υποσυνείδητό του κάθε ίχνος τής φτηνής πλευράς του χαρακτήρα του, ε, δεν είναι και το πιο εύκολο και κυρίως το πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο.
Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Ποίηση: Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Θεοδωράκης και ένα τραγούδι, το Κοιμήσου αγγελούδι μου (Νανούρισμα) σε στίχους Κώστα Βίρβου. Τραγουδούν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Σύνθεση Παρίσι 1960-1961. (Πρώτη έκδοση 1962, 33΄, Columbia)
Ποιος θεατής δεν έχει τραγουδήσει σε μια συναυλία και ποιος καλλιτέχνης δεν έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, όπως Ο Απρίλης ή το Νανούρισμα. Τραγούδια μεγάλα, διαχρονικά, που έχουν διαγράψει αυτόνομη πορεία, που συγκινούν σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα τόσες γενιές και που αποτελούν μέρος του κύκλου τραγουδιών από τη θεατρική παράσταση με τίτλο Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενα-στίχους του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία του Πέλου Κατσέλη, σκηνικά του Νίκου Νικολάου και χορογραφίες της Ζουζούς Νικολούδη. Πρωταγωνιστούσαν ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη κ.ά., ενώ τραγουδιστής ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Εμπνευσμένο από τα γεγονότα του Εμφυλίου, το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού αποτέλεσε μια καινοτομία στα μουσικοθεατρικά δρώμενα του τόπου, αφού για πρώτη φορά γινόταν προσπάθεια, μέσα από μια «λαϊκή τραγωδία», να εκφραστούν με κείμενα-στίχους και μουσικές τα βιώματα του εμφύλιου σπαραγμού. «Όσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον κόσμο, στις μορφές και στα τραγούδια της εμφύλιας σύρραξης τόσο περισσότερο λέξεις και έννοιες, όπως λαϊκή τραγωδία και λαϊκή όπερα, άρχισαν να κυριαρχούν μέσα στη σκέψη μου. Έτσι άρχισα να γράφω το κείμενο του έργου χωρίς να έχω ξεκαθαρίσει καλά καλά τους στόχους μου. Οι ιδέες ξεπηδούσαν αυθόρμητα είτε μέσα από ένα τραγούδι είτε μέσα από ένα πρόσωπο» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μίκης Θεοδωράκης στο εισαγωγικό σημείωμα του cd.
Ο συνθέτης έγραψε το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού στο Παρίσι την περίοδο 1960-1961. Στην πρώτη του εμφάνιση, το 1962, το έργο κυκλοφόρησε λογοκριμένο, αφού απαγορεύτηκε το τραγούδι Αλυσίδα. Παρ’ όλα αυτά, από την πρώτη αυτή δισκογράφηση, το έργο αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο και τα τραγούδια του –αναμφισβήτητα συνδεδεμένα με το έργο– κατέκτησαν τους προσωπικούς τους θρόνους στις καρδιές των θεατών, οι οποίοι τα τραγουδούν όλα τα επόμενα χρόνια στις συναυλίες και στις επόμενες παραστάσεις του. Το έργο ανέβηκε επίσης το 1981 σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με πρωταγωνιστές τον Νότη Περγιάλη και την Ελένη Ζαφειρίου. Τραγούδησαν ο Γιώργος Νταλάρας, ο Πέτρος Πανδής, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά και ο Γιάννης Κούτρας. Γι’ αυτή την παράσταση ο συνθέτης πρόσθεσε και νέα μουσική: Το Μοιρολόι, Κλάψε πικρό μου σύννεφο σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη και το Τάνγκο του Εφιάλτη, που περιέχει το Τραγούδι κόκκινο θα πω σε στίχους του Γιάννη Θεοδωράκη. Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού ανέβηκε για τρίτη φορά το 1999 σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, με πρωταγωνιστές τη Λήδα Πρωτοψάλτη, τον Δημήτρη Ιωακειμίδη, τον Παύλο Ορκόπουλο και τραγουδιστή τον Δημήτρη Μητροπάνο. Τέλος, ανέβηκε το 2000 σε σκηνοθεσία και πάλι Θανάση Παπαγεωργίου, με τη Λήδα Πρωτοψάλτη, τον Δημήτρη Ιωακειμίδη και τον Άλκη Παναγιωτίδη. Τραγουδιστής αυτή τη φορά ήταν ο Δημήτρης Μπάσης. Τα τραγούδια από το συγκεκριμένο έργο δεν σώζουν μόνο τις αναμνήσεις των παραστάσεών τους. Σώζουν κάτι πολύ σημαντικότερο: σώζουν τις μνήμες ενός λαού από μια βιωμένη μυθολογία. Γιατί, όπως αναφέρει τόσο εύστοχα ο συνθέτης: «Ο Εμφύλιος ήταν για μας μια βιωμένη μυθολογία –μια σύγχρονη μυθολογία– μέσα στην οποία εμείς οι ίδιοι είμαστε οι πρωταγωνιστές».
Όμορφη Πόλη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Στίχοι: Μποστ, Δημήτρης Χριστοδούλου, Ερρίκος Θαλασσινός, Άκος Δασκαλόπουλος. Ερμηνεύουν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Γιάννης Βογιατζής. (1962, Columbia)
1962. Στην ίδια λεωφόρο, τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, λαμβάνουν χώρα δύο μεγάλα καλλιτεχνικά γεγονότα. Λίγα μέτρα μόλις χωρίζουν την Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι στο θέατρο Μετροπόλιταν από την Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη στο Παρκ. (Γιατί να μην υπάρχει τέτοιος ευγενής ανταγωνισμός και στις μέρες μας;) Η Όμορφη Πόλη, επιθεώρηση σε κείμενα του Μποστ και του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθετημένη από τον Μιχάλη Κακογιάννη, θα ταξιδέψει μέχρι σήμερα με τραγούδια όπως το ομώνυμο, ο Καημός (Ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της ψυχής σου κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου και Το τραγούδι της ξενιτιάς (Φεγγάρι μάγια μου ’κανες). Στην παράσταση έπαιζαν, μεταξύ άλλων, ο Ανδρέας Ντούζος, ο Γιάννης Μαλούχος, η Κατερίνα Γώγου, ο Γιάννης Βογιατζής, η Άννα και η Μαρία Καλουτά, η Μάρθα Καραγιάννη. Η χρονιά σημαδιακή για τρεις λόγους. Ο ένας ήδη αναφέρθηκε και δεν είναι άλλος από τη συνύπαρξη της Όμορφης Πόλης και της Οδού Ονείρων. Ο δεύτερος είναι πως εκείνη τη χρονιά ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει μουσική και για ένα άλλο θεατρικό έργο, Ένας Όμηρος του Μρένταν Μπίαν, το οποίο ανέβηκε σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα στο κυκλικό θέατρο της Αθήνας. Κι αν το έργο δεν σας φέρνει στο νου τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη για την παράσταση, τραγούδια που έγιναν μετέπειτα σύμβολα αγώνων, όπως το συγκινητικό και πασίγνωστο Το γελαστό παιδί, σίγουρα θα σας δείξουν το δρόμο. Ο τρίτος λόγος που κάνει αυτή τη χρονιά ξεχωριστή για τη μουσικοθεατρική ιστορία τού τόπου είναι πως γέννησε μια συνεργασία μοναδική, η οποία ευοδώθηκε ένα χρόνο μετά, το 1963. Πρόκειται φυσικά για την παράσταση Μαγική Πόλη η οποία προέκυψε από τη συνεργασία –πλέον– Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο Παρκ. Στο μπουζούκι, ο μεγάλος Γιώργος Ζαμπέτας, ενώ αξίζει να αναφέρουμε την επισήμανση σε σχετικό σημείωμα του (στο cd) ο Μάκης Δελαπόρτας: ότι, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μέρους, παρεμβαλλόταν ένα ιντερμέδιο από τους ταλαντούχους νέους –τότε– συνθέτες, τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή.
Η Γειτονιά Των Αγγέλων
Από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης. Τραγουδούν: Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Πουλόπουλος, Βαγγέλης Σειληνός. (1963, Minos EMI)
Η απόλυτα θεατρική ερμηνεία της Τζένης Καρέζη καθηλώνει μέχρι σήμερα με το άκουσμά της. Νίκος Κούρκουλος και Βαγγέλης Σειληνός συμπληρώνουν τη μαγική πραγματικά ατμόσφαιρα που αναδύει ο συγκεκριμένος δίσκος, ενώ ο Γιάννης Πουλόπουλος ολοκληρώνει με τις ερμηνείες του την αισθαντικότητα της δουλειάς. Η Γειτονιά Των Αγγέλων ανέβηκε τη θεατρική περίοδο 1963-1964 στο θέατρο Μαρίκας Κοτοπούλη, σε σκηνοθεσία Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η Τζένη Καρέζη είχε ζητήσει απ’ τον Ιάκωβο Καμπανέλλη να της γράψει «το έργο της χρονιάς». Έτσι, ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας σκέφτηκε πως θα ήθελε κάτι σαν τη Γειτονιά Των Αγγέλων, όπως αναφέρει σε σημείωμά του στο πρόγραμμα της παράστασης. Η μουσική τού Μίκη Θεοδωράκη, ηχογραφημένη στον ομώνυμο δίσκο, έγινε ευρέως γνωστή και αγαπήθηκε πολύ. Μεγάλα τραγούδια χάραξαν τον δικό τους δρόμο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Στρώσε το στρώμα σου, Το ψωμί είναι στο τραπέζι και το Από το παράθυρό σου, με τις ιδιαίτερες ερμηνείες της Τζένης Καρέζη και του Νίκου Κούρκουλου. Αξιοσημείωτο όμως γεγονός για τον συγκεκριμένο δίσκο αποτελεί και ότι, εκτός από τα υπέροχα τραγούδια, σημαντικά αυτόνομη πορεία χάραξαν επίσης τα ορχηστικά κομμάτια του δίσκου. Ο πασίγνωστος Χασαποσέρβικος αλλά και Οι χαρταετοί, κομμάτι το οποίο μάλιστα έκανε και δεύτερη καριέρα –όπως συνηθίζεται να λέγεται– μετά τη μετάδοση της τηλεοπτικής σειράς (σε σενάριο Κάκιας Ιγερινού) Περί Ανέμων και Υδάτων, αφού έντυσε μουσικά τους τίτλους της. Η μουσική της Γειτονιάς Των Αγγέλων μεταφέρει άθικτη μια λαϊκή ομορφιά, μια νοσταλγία ασπρόμαυρου φιλμ, με το άρωμα του θεατρικού σανιδιού τής δεκαετίας του ’60. «Δούλεψα αβίαστα βάζοντας όλη μου την καρδιά, μιας και ο χώρος της γειτονιάς, όπου ο λαός μας γεννιέται, μεγαλώνει, δουλεύει, παλεύει, τραγουδά και πεθαίνει, μου είναι οικείος και για ό,τι αφορά την καλλιτεχνική μου δημιουργία. Τα τραγούδια μου και τώρα όπως και πάντα είναι τραγούδια της γειτονιάς και αν αυτή εδώ είναι γειτονιά των αγγέλων τόσο το καλύτερο για όλους μας» είχε πει χαρακτηριστικά ο Μίκης Θεοδωράκης. Και πράγματι, ακούγοντας τόσα χρόνια μετά αυτή τη δουλειά θυμόμαστε ξανά πως το ατόφιο λαϊκό στοιχείο και η έντεχνη έκφραση της τέχνης δεν είναι δύο ξένοι και παράλληλοι μουσικοί δρόμοι.
Γλυκιά Ίρμα
Μουσική: Marguerite Monnot. Κείμενο: Alexandre Breffort. Μουσική διασκευή: Γιάννης Σπανός. Ελληνικοί στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος. (1972, ΕΜΙ)
«Σηκώνεται. Αρχίζει να παίζει. Η μαγεία που έλεγα. Παίζει χωρίς να μιλάει. Κι είναι βυθισμένη όλη σ’ αυτό που παίζει. Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο. Και το κουδούνι της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Εκείνη παίζει. Και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να τη διακόψεις. Γιατί είναι σκληρή. Όσο ακριβώς και εύθραυστη»*. Αυτά τα λόγια του Λευτέρη Παπαδόπουλου για την Έλλη Λαμπέτη μού ήρθαν αβίαστα στο μυαλό, ακούγοντας και ξανακούγοντας το σάουντρακ της μουσικής θεατρικής παράστασης του Alexandre Breffort και της Marguerite Monnot, Γλυκιά Ίρμα, που ανέβηκε το 1972 στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, με πρωταγωνιστές την Έλλη Λαμπέτη και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαλαβέτα. Στο πρόγραμμα της παράστασης διασώζονται οι πληροφορίες σχετικά με το έργο, σύμφωνα με τις οποίες το 1956 στο Παρίσι η Μαργκερίτ Μονό, η συνθέτης των περισσότερων τραγουδιών της Εντίθ Πιάφ, βρήκε τον ιδανικό συνεργάτη στο πρόσωπο του Αλεξάντρ Μπρεφόρ. Από το μυθιστόρημά του, λοιπόν, με θέμα τον υπόκοσμο της Μονμάρτης, εμπνεύστηκε την ιστορία τού μιούζικαλ που χάλασε κόσμο τη χρονιά της παράστασής του στο θέατρο Γκραμάν. Στο δίσκο, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1972, διασώζεται η συνεργασία του Γιάννη Σπανού, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και της Έλλης Λαμπέτη για την ελληνική παράσταση τού έργου. Η μουσική διασκευή του Γιάννη Σπανού δεν θα μπορούσε να είναι πιο αισθαντικά λυπημένη, δεν θα μπορούσε να κρύψει καλύτερα την ατμόσφαιρα του υποκόσμου κάτω από τα λαμπερά του φώτα, δεν θα μπορούσε να παραπέμπει περισσότερο στο έργο. Οι ελληνικοί στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου τόσο λογικά και συναισθηματικά εύστοχοι όσο πάντα• ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί όμως πως η σπουδαιότητα αυτού του δίσκου, ενός από τους πιο αγαπημένους εκείνου του χρόνου, είναι η φωνή της Έλλης Λαμπέτη; Η θεατρική της ερμηνεία τόσο θετική σαν μεταφυσική –όπως λέει και ο ποιητής– άυλη και συγχρόνως σπαραχτική, με ένα σθένος που μόνο μια ουσιαστικά ευαίσθητη φωνή μπορεί να διαθέτει: Η μόνη αλήθεια είναι η πίκρα μου, όσο λιγότερη είν’ η ελπίδα μου τόσο περσσότερο είναι αβάσταχτη. Κι αν μπορεί να υπάρχει κάποιος που εξακολουθεί να διαφωνεί, δεν έχει παρά να ακούσει το δίσκο...
(*Από τη συνέντευξη της Έλλης Λαμπέτη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, η οποία δημοσιεύτηκε στα Νέα, στις 14.3.1981 και συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου Ζω από περιέργεια: Από τη Λαμπέτη στον Δαλαμάγκα.)
Φουέντε Οβεχούνα
Λόπε ντε Βέγκα. Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος. Στίχοι: Γιώργος Μιχαηλίδης. Τραγουδούν: Μαρία Δημητριάδη, Γιώργος Μεράντζας. Συμμετέχουν: Θάνος Μικρούτσικος, Γιώργος Μιχαηλίδης, Σοφία Σπυράτου και χορωδία (1977, Lyra)
Φουέντε Οβεχούνα. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανεβάζει τη θεατρική περίοδο 1976-1977 το έργο του πολυγραφότατου Ισπανού συγγραφέα τού λεγόμενου χρυσού αιώνα του ισπανικού θεάτρου, Λόπε ντε Βέγκα (1562-1635). Το έργο ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη, ο οποίος έχει γράψει και τους στίχους των τραγουδιών. Η μουσική υπογραφή τού Θάνου Μικρούτσικου κουμπώνει απόλυτα με τους στίχους που έγραψε ο σκηνοθέτης. Το έργο περιγράφει αφενός την εξέγερση ενός χωριού (Φουέντε Οβεχούνα) ενάντια στον αφέντη του και, αφετέρου, την εξέγερση του ίδιου του αφέντη ενάντια στο βασιλιά. Ο αφέντης-φεουδάρχης πρέπει να απομακρυνθεί, καθώς ούτε το λαό του υπηρετεί σωστά αλλά ούτε και το βασιλιά. Το έργο πολλές φορές χαρακτηρίστηκε έργο ταξικής πάλης, ωστόσο ο συντηρητικός Ισπανός συγγραφέας μάλλον δεν είχε πρόθεση να εκθειάσει επαναστατικές ιδέες. Ακούγοντας λοιπόν ο ακροατής το δίσκο, με τη μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και τους στίχους του Γιώργου Μιχαηλίδη, ξεσηκώνεται με τον παλμό, το ρυθμό και τον επαναστατικό –θα λέγαμε– τόνο που αποπνέει. Σε αυτό συμβάλλουν σαφώς και οι μοναδικές ερμηνείες της Μαρίας Δημητριάδη και του Γιώργου Μεράντζα, γεμάτες δυναμισμό και επαναστατική διάθεση. Μπορεί λοιπόν η συγκεκριμένη μουσική να μη συνάδει απόλυτα με τις προθέσεις τού φιλομονάρχη Λόπε ντε Βέγκα, ωστόσο, αυτό ακριβώς το στοιχείο, ο συνειρμός της μελωδίας και του στίχου με την πάλη του λαού, ίσως είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του δίσκου. Ξεκινώντας από την ιστορία του μεγάλου δραματουργού, αποκτά ευρύτερο νόημα, πέρα από τα στενά όρια της ισπανικής επαρχίας Φουέντε Οβεχούνα, και επιβεβαιώνει την ανεξάρτητη σημασία και τη διαδρομή που μπορεί να αποκτήσει ένας δίσκος, όταν με τη σειρά του ξεπεράσει τα σύνορα της θεατρικής πρώτης του στέγης.
Αχαρνής
Αριστοφάνης. Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος. Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος. Τραγούδι: Σ. Μπουλάς, Ν. Παπάζογλου, Μ. Τανάγρη, Ν. Ζιώγαλας, Η. Λιούγκος, Β. Ξύδης, Μ. Ρασούλης, Κ. Γεωργίου, Π. Κατσιμίχας. (1977, Lyra)
Το ημερολόγιο δείχνει 1975 και το Θέατρο Τέχνης αποφασίζει να ανεβάσει τους Αχαρνής του Αριστοφάνη. Στη διαδικασία οικοδόμησης της παράστασης, ο Κάρολος Κουν ζητεί τη σύμπραξη του Διονύση Σαββόπουλου, τον οποίο και καλεί να αναλάβει τη μουσική επένδυση. Ο τραγουδοποιός μπαίνει με πάθος στην ιστορία, παίρνει το θέμα πολύ ζεστά και δεν αρκείται στις μελωδίες. Κάνοντας ένα επιπλέον βήμα, γράφει τους δικούς του στίχους και με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά εξωτερικεύει μια νέα (προσωπική) προσέγγιση στο αριστοφανικό έργο. Το γεγονός προκαλεί ένα χάσμα επικοινωνίας μεταξύ του Σαββόπουλου και του Κουν. Η παραγγελία γράφει άκυρο και η συνεργασία ματαιώνεται. «Δεν επρόκειτο για αλαζονεία της νεότητος, αλλά αυτή είναι η φύση της εργασίας μου. Δεν μπορώ να γράψω τραγούδια χωρίς να γράψω και τους στίχους» εξηγεί έπειτα από χρόνια ο Νιόνιος. Το υλικό, αφού επιβιώνει των κακουχιών, τελικά παρουσιάζεται το 1976 στο Ρήγα της Πλάκας με λεζάντα «νούμερο για μπουάτ» και πλαισιωμένο από τα σκίτσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Ένα χρόνο μετά καταγράφεται και δισκογραφικά με τίτλο: Αχαρνής, Ο Αριστοφάνης Που Γύρισε Από Τα Θυμαράκια. Τραγούδια Για Νέους Κανταδόρους. Στην ερμηνεία των τραγουδιών συμμετέχουν άνθρωποι νέοι, ταλαντούχοι και (σύμφωνα με τις πένες τής εποχής) πολλά υποσχόμενοι. Ανάμεσά τους, ο Νίκος Παπάζογλου, η Μελίνα Τανάγρη, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Σάκης Μπουλάς, ο Ηλίας Λιούγκος.
Το γεγονός ότι ο δίσκος αγαπήθηκε όσο λίγοι θεατρικοί έγκειται μάλλον σε αυτό καθεαυτό το γεγονός της προαναφερθείσας νέας προσέγγισης. Το ιδιαίτερο στιλ του σύγχρονου τραγουδοποιού επιχειρεί να συνδεθεί με το επίσης ιδιαίτερο πνεύμα του αρχαίου ποιητή, συνθέτοντας μια διαλεκτική σχέση απόστασης 2.500 χρόνων. Η φρίκη του πολέμου, ο παραλογισμός του κόσμου των ανθρώπων, η γοητεία της ζωής επιχειρούν να επανεκφραστούν. Μηνύματα που εξέπεμψε ο Αριστοφάνης διά στόματος του Δικαιόπολι, του Λάμαχου και του χορού επιχειρούν να διατυπωθούν σε νέα γλώσσα. Να φτάσουν ευκολότερα στον εγκέφαλο των σημερινών θεατών, χωρίς να χάσουν τίποτα από την ουσία τους. Στην ερώτηση αν το εγχείρημα επιτυγχάνεται, η απάντηση είναι απλή: κάποιοι βλέπουν το χιόνι ως καιρικό φαινόμενο («χιονίζει, χειμέρια τα πράγματα»), κάποιοι ως μαγικό συμβάν («χιονίζει, αρχίσανε τα θαύματα»).
Το Μεγάλο Μας Τσίρκο
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος. Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης. Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης. (1974, 2003, Minos-EMI)
Το Μεγάλο Μας Τσίρκο ανήκει στις μεγάλες νίκες του θεάτρου και της μουσικής αυτού του τόπου. Κατάφερε να ξεφύγει από τα όρια της τέχνης και να γίνει ιστορική στιγμή. Το κείμενο της παράστασης, γραμμένο από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, συνδέθηκε άρρηκτα με τη μουσική τού Σταύρου Ξαρχάκου, που ακόμα και σήμερα συνοδεύει με συγκίνηση τις μνήμες όσων έζησαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, αλλά και όσων τα έμαθαν αργότερα μέσα από σχολικές γιορτές και επετείους. Ορέστη απ’ τον Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη οι φωνές του Νίκου Ξυλούρη, της Τζένης Καρέζη, του Κώστα Καζάκου, του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, του Νίκου Δημητράτου, του Ευγένιου Σπαθάρη και όλου του θιάσου, σαν να βγαίνουν μέσα από το Πολυτεχνείο, μοιάζουν να γίνονται ένα με το «Εδώ Πολυτεχνείο» των φοιτητών. Η παράσταση ανεβαίνει το 1973 στο θέατρο Αθήναιον. Ένα έργο από το οποίο περνούν καρέ καρέ οι κρισιμότερες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας: τουρκοκρατία, βασιλεία του Όθωνα, μικρασιατική καταστροφή, πόλεμος του ’40… Η παράσταση γίνεται σύμβολο και οι Έλληνες πλημμυρίζουν κάθε βράδυ το θέατρο. Κάποιοι συμμετέχουν με δυναμισμό, χειροκροτούν, φωνάζουν, κάποιοι άλλοι απλώς συγκινούνται. Όσοι παρακολούθησαν την παράσταση δεν μπορούν να ξεχάσουν τον παλμό, την κοινή ανάγκη, την ανακούφιση. «Δεν ήταν η συνηθισμένη καλή ή κακή αντίδραση του θεατή για ένα έργο τέχνης. Ο θεατής στην παράστασή μας λειτουργούσε σαν πολίτης που νοιαζόταν για τα κοινά» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου. Το Πολυτεχνείο σε απόσταση αναπνοής από το θέατρο• η ατμόσφαιρα αποκτούσε ενιαίο χρώμα. Τα πανό με τα συνθήματα είχαν μεταφερθεί στους τοίχους του Πολυτεχνείου. Ο κόσμος πήγαινε και ξαναπήγαινε να δει την παράσταση. Ανάμεσα στους απλούς θεατές βέβαια και οι άνθρωποι της χούντας, έτοιμοι να παρέμβουν και να αποκαταστήσουν την τάξη. Αποτέλεσμα; Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος συλλαμβάνονται και οδηγούνται στα ΕΑΤ-ΕΣΑ. Η παράσταση συνεχίστηκε και μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στο θέατρο Ακροπόλ. Όσο για τη μουσική; Η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου έγινε ένα με την παράσταση, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ανεξάρτητη, δυνατή και ταυτόχρονα οργανικό μέρος ενός συνόλου. Όχι απλώς μια μουσική επένδυση μιας παράστασης, αλλά το σάουντρακ μιας χρονικής περιόδου, ενός αγώνα, μιας ελπίδας. Η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1974 και σε cd το 2003.
Αχ Έρωτα
Χρήστος Λεοντής, Παραστάσεις Χρήστος Λεοντής Μαντζουράνα Στο Κατώφλι, Γάιδαρος Στα Κεραμίδια Χρήστος Λεοντής, Στίχοι: Γιώργος Αρμένης (από το ομώνυμο θεατρικό έργο). Τραγουδούν: Γιώργος Μεράντζας, Γιώργος Μπακιώτης, Σοφία Βόσσου (1980, Philips)
Ο Χρήστος Λεοντής με τις δισκογραφικές του δουλειές Αχ Έρωτα, Παραστάσεις και Μαντζουράνα Στο Κατώφλι, Γάιδαρος Στα Κεραμίδια συνδέει άμεσα τη θεατρικότητα με τη μουσική του και δίνει στη δισκογραφία την ευκαιρία, όχι μόνο να αποκτήσει τρεις σημαντικούς και ιδιαίτερους δίσκους, αλλά και μερικές μοναδικές ερμηνείες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι ερμηνείες του Μανώλη Μητσιά και της Τάνιας Τσανακλίδου στα τραγούδια Αχ έρωτα και Νανούρισμα αντίστοιχα, τραγούδια που οι δύο καλλιτέχνες αγαπούν να ερμηνεύουν στις ζωντανές εμφανίσεις τους όλα αυτά τα χρόνια. Ο δίσκος, σε ποίηση Λόρκα και ελεύθερη απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου, κυκλοφόρησε το 1974 και κατάφερε να συνδέσει στη συνείδησή μας τα συγκεκριμένα τραγούδια με την ισπανική ατμόσφαιρα του έργου του μεγάλου αυτού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα. Ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί ο δίσκος Παραστάσεις και περιλαμβάνει, εκτός από μελοποιήσεις γνωστών ποιημάτων, (ξεχωρίζει ο Θούριος του Ρήγα με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη) μουσική και τραγούδια που έγραψε κατά καιρούς ο συνθέτης για θεατρικές παραστάσεις, όπως Προστάτες και Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες κι ένας παραμυθάς του Ντάριο Φο. Από το δίσκο ξεχωρίζει και ως τραγούδι αλλά και ως ερμηνεία Το στρείδι και το μαργαριτάρι (σε στίχους Ντάριο Φο και απόδοση Κωστή Σκαλιόρα), με τις φωνές της Τάνιας Τσανακλίδου και του Μανώλη Μητσιά. Τέλος, η μουσική και τα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή για την παράσταση του έργου τού Γιώργου Αρμένη Μαντζουράνα Στο Κατώφλι, Γάιδαρος Στα Κεραμίδια, που ανέβηκε στο Θέατρο Βεάκη από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν τη θεατρική περίοδο 1979-1980 σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας από τους δίσκους που μας παρέδωσε κάποια διαχρονικά τραγούδια, όπως το Ξενιτεμένο μου πουλί με τη φωνή του Γιώργου Μπακιώτη. Πρόκειται για τραγούδι που αγαπήθηκε όχι μόνο από το κοινό αλλά και από πολλούς καλλιτέχνες οι οποίοι το συμπεριλαμβάνουν συχνά στο ρεπερτόριό τους.
Το Έκτο Πάτωμα
Αλφρέ Ζαρί. Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης. Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου (1992 Ακτή - Sony Music)
«Το πιο χάι πάτωμα, στην πιο χάι διασκευή με το πιο χάι καστ της νέας ελληνικής κωμωδίας» (από το πρόγραμμα της παράστασης)
Το Έκτο Πάτωμα! Θρυλικός δίσκος. Τα τραγούδια του έκλεψαν τη δόξα της σκηνής και αναδείχτηκαν οι σταρ εκείνου του χρόνου. Ο δίσκος έλειωσε και λειώνει ακόμα στις συχνότητες των ραδιοφώνων, γεγονός που τον αναδεικνύει ως έναν από τους δημοφιλέστερους των τελευταίων δεκαεπτά ετών. Το πρώτο τραγούδι του δίσκου (που αποτελεί και την έναρξη του έργου) έχει γίνει πλέον μότο και ατάκα: Τι μέρα είναι, τι ώρα είναι και ποια χρονιά, το θέμα είναι να έχεις βούτυρο στη φρυγανιά. Η φωνή της Άννας Παναγιωτοπούλου, με τη χαρακτηριστική βραχνάδα, να μας ξυπνάει τις Κυριακές: Όλα, θέλω να τα ξέρω όλα. Η κρουαζιέρα του διαδρόμου, η περίφημη Κουπαστή με τη φωνή της Κατιάνας Μπαλανίκα και τη σύμπραξη όλου του θιάσου, αλλά και το φινάλε τού έργου, με το ομώνυμο Έκτο πάτωμα, απ’ το σύνολο του θιάσου, είναι τα τραγούδια που σίγουρα έχουμε όλοι τραγουδήσει χωρίς ίσως να ξέρουμε τη θεατρική πρώτη τού δίσκου. Ένας δίσκος στον οποίο τραγουδάνε ηθοποιοί με απίστευτη συνολική θεατρικότητα στην ερμηνεία, στη μουσική, στο παιχνίδισμα των στίχων• ένας δίσκος που γράφτηκε για να υπηρετήσει τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης και που, παρά τη θεατρική του φύση, έγινε αγαπημένο παιδί των ραδιοφώνων, των σπιτιών, των αυτοκινήτων και της ανεβασμένης μας διάθεσης. Η μουσική γράφτηκε για τη θεατρική παράσταση του έργου του Αλφρέ Ζαρί Το Έκτο Πάτωμα, το οποίο ανέβηκε στο θέατρο Περοκέ τη χειμερινή περίοδο 1991-1992, σε διασκευή Άννας Παναγιωτοπούλου, σκηνοθεσία Δημήτρη Έξαρχου, στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, χορογραφία-κίνηση Βαγγέλη Σειλινού και σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Ζιάκα. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1992 (33΄), ενώ είκοσι από τα είκοσι τρία κομμάτια συμπεριελήφθησαν την ίδια χρονιά στo cd με τίτλο Δύο Έργα Για Το Θέατρο (μαζί με έξι θέματα από το lp Tennessee).



