Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας
Σάββατο, 15 Μαΐου 2010
- Μαριάνθη Πελεβάνη
Τα ζεστά ποτά αχνίζουν ακόμα...
Η αλήθεια είναι ότι αποχαιρετήσατε πολλές φορές το κοινό. Τελικά χωρίσατε τα τσανάκια σας ή δεν χωρίσατε ποτέ;
Πάνος: Αυτό που ξέρω, είναι ότι στις 8 Ιουνίου του 2001 δώσαμε μια συνέντευξη, όπου ανακοινώναμε ότι διακόπτουμε τις κοινές εμφανίσεις. Ο Χάρης είχε κουραστεί από τα λάιβ και γενικά δεν ήθελε να δεσμευτεί με καινούργια συμβόλαια και υποχρεώσεις για οτιδήποτε σχετικά με τη μουσική, μιας και το συμβόλαιο με την τότε εταιρεία μας είχε ουσιαστικά λήξει. Κουράστηκε και θέλησε να σταματήσει επ’ αόριστον και αυτό ακριβώς έκανε. Η μεταξύ μας δέσμευση ήταν στα λόγια, του στιλ: «Όσο υπάρχει διάθεση, θα συνεχίζουμε μαζί. Αλλιώς στοπ». Τι έπρεπε να κάνω δηλαδή εγώ, σαν Πάνος; Να του κάνω μήνυση; «Κάνε όπως νιώθεις, αδερφέ» του είπα. «Είμαι δίπλα σου». Και εκεί τελείωσε το θέμα. Τόσο απλά. Είπαμε λοιπόν σ’ εκείνη τη συνέντευξη ότι θα ξεκινήσουμε μια περιοδεία σε κάποιες πόλεις συγκεκριμένες (την τελευταία μας περιοδεία δηλαδή) και έτσι κάναμε. Από κει και πέρα, δέκα χρόνια τώρα, δεν παίξαμε μαζί λάιβ, ούτε σε γενέθλια φίλου ούτε καν στην ταβέρνα, που λένε, με την παρέα. Από πού προκύπτουν λοιπόν οι πολλοί αποχαιρετισμοί; Φυσικά και δεν χωρίσαμε ποτέ. Ίσα ίσα, που αυτά τα δέκα χρόνια κάναμε ακόμα πιο στενή παρέα, απαλλαγμένοι από το άγχος τής δουλειάς.
Για ποιο λόγο αποφασίσατε να κάνετε ξανά συναυλίες;
Χάρης: Ε, κάπου σας βαρέθηκε η ψυχή μου (κάποτε) και αυτή η ίδια ακριβώς ψυχή είναι που σας αποθύμησε ξανά. Πάρα πολύ. Αυτό είναι όλο. Τόσο απλό. Και αφού ο Πάνος δεν μου κράτησε κακία, επειδή σηκώθηκα πριν από δέκα χρόνια και ξεκουμπίστηκα, και αφού με θέλει ακόμα μαζί του, παρότι δε με έχει καμία ανάγκη (γιατί, μια χαρά τα καταφέρνει και μόνος του) να ’μαι ξανά στη φάση. Εγώ όμως ξηγήθηκα. Σας αποθύμησα! Εσείς άραγε; Μ’ αποθυμήσατε, ρε κωλόπαιδα; Θα δούμε. Θα δείξει.
Ετοιμάζεις καινούργιο δίσκο;
Χάρης: Ναι, βέβαια, είμαι ήδη στο στούντιο και γράφω.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά;
Πάνος: Είναι φυσικός νόμος: ο καιρός περνάει και τα πάντα αλλάζουν σιγά σιγά. Αλλάζουν όλα γύρω μας, έξω, και αλλάζουν και μέσα μας. Εκείνες που δεν πρέπει να αλλάζουν είναι κάποιες αρχές. Αυτές που κάποτε ορκιστήκαμε στον εαυτό μας να μην τις τσαλαπατήσουμε και να μην τις ξεφτιλίσουμε ποτέ. Γι’ αυτό και ο στίχος τελειώνει μένει όμως ακόμα ένα πείσμα, που δεν είναι συνήθεια μοναχά. Δεν πρόκειται για ένα νεανικό πείσμα που κατάντησε συνήθεια. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι ένας προσωπικός και απαράβατος όρκος ζωής.
Το 1992 τραγουδούσατε για τα παιδιά που αμίλητα καπνίζουν και δεν πιστεύουν τίποτα, κανέναν, πουθενά. Σήμερα;
Χάρης: Ποια νέα παιδιά; Εδώ δεν πιστεύει πια σε τίποτα ο γέρος μου. Κοιτάει τις ειδήσεις και μουντζώνει απελπισμένος την τηλεόραση. «Να, ρε κερατάδες, εκεί που μας καταντήσατε!» λέει και σωπαίνει. Έχω την εντύπωση ότι η εποχή που ζούμε εγκυμονεί κάτι πολύ βίαιο. Μακάρι να κάνω λάθος.
Η αλήθεια είναι ότι δεν σιωπήσατε ποτέ, σε καμία περίοδο. Πάντα διατυπώνατε δημόσια τη γνώμη σας και μάλιστα για πρόσωπα και καταστάσεις που απολάμβαναν κοινή αποδοχή. Διονύσης Σαββόπουλος, Τζίμης Πανούσης, Μιχάλης Χατζηγιάννης, πολιτικό τραγούδι, έντεχνο κ.λπ. Προφανώς, μεταξύ παρέμβασης και σιωπής, διαλέγετε την πρώτη, με το ρίσκο ή το τίμημά της.
Πάνος: Από τις περιπτώσεις που αναφέρεις, οι δύο πρώτες συνέβησαν πριν από είκοσι χρόνια, ενώ η τρίτη πριν από έξι. Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε στον καιρό του, και ό,τι ήταν να γίνει, έγινε. Τέλος. Φυσικά, το να μιλάς ανοιχτά και καθαρά για κάποια πράγματα, που σε ενδιαφέρουν και έχεις γνώμη γι’ αυτά, ενέχει και τίμημα και ρίσκο. Το πιο εύκολο είναι να κάνεις το κουνέλι και να το βουλώνεις. Δεν ήμασταν όμως δυστυχώς ποτέ οπαδοί τού «βλέπε, άκου, σώπα» ή «η σιωπή είναι χρυσός» κ.λπ. Εν πάση περιπτώσει, τελικά όλοι κρινόμαστε.
Πάνο, έχεις πει ότι ο Ντίλαν είναι ένας από τους δέκα ανθρώπους που σταμάτησαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Μπορούν να σταματήσουν κάτι σήμερα οι καλλιτέχνες και τι είναι αυτό που θα έπρεπε να σταματήσουν;
Πάνος: Αυτό που θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε, όχι μόνο οι καλλιτέχνες, αλλά όλοι ανεξαιρέτως μαζί, είναι η καταστροφή του πλανήτη. Όλα τ’ άλλα είναι αμελητέα μπροστά σε αυτό το πρόβλημα.
Δεν είσαστε ούτε ροκάδες, ούτε έντεχνοι, ούτε λαϊκοί, αλλά όλα μαζί• ή κάτι άλλο; Πλέον, έχουν απενεχοποιηθεί τα είδη του τραγουδιού;
Πάνος: Αν πρόκειται να καθίσουμε να βάλουμε ταμπέλες, θα σας έλεγα με άνεση ότι είμαστε όλα αυτά μαζί. Όσο για τα είδη του τραγουδιού, σίγουρα έχουν όλα πια απενοχοποιηθεί, κι αυτό είναι καλό, πολύ καλό. Το κακό είναι να προσπαθεί το ένα είδος να επιβληθεί στο άλλο. Αυτό είναι χουλιγκάνικο, βάρβαρο και πάρα πολύ ύποπτο. Ο καθένας είναι ελεύθερος να γράφει και να ακούει ό,τι θέλει. Η καρδιά του ανθρώπου έχει χίλιους δρόμους για να φτάσει σε αυτό που της δίνει χαρά και φως. Ο καθένας διαλέγει τον δικό του δρόμο.
Ποίηση και αλητεία. Εμπειρίκος και Ρίτα Ριτάκι, Αργύρης Χιόνης και Έτσι τρελαίνεσαι. Βρίσκεστε στην «επικίνδυνη θέση τού μεταξύ» σύμφωνα με τον Νίτσε; Και γιατί επιλέγατε πάντα άγνωστους για τους πολλούς ποιητές και όχι Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη;
Χάρης: Διότι, όλους αυτούς τους μέγιστους ποιητές, έχουν τιμήσει (μελοποιώντας τους) όλοι σχεδόν οι μεγάλοι μας συνθέτες. Τους άλλους όμως, τους σύγχρονους (που μέλλει να ανακαλυφθούν και να αγαπηθούν όπως και όσο τους αξίζει), ποιος θα τους τιμήσει; Αφού λοιπόν δεν το κάνει κανένας άλλος, το κάνουμε εμείς. Κουτσά στραβά μεν, αλλά το προσπαθούμε με ειλικρίνεια, αγάπη και σεβασμό. Τον ίδιο ακριβώς σεβασμό που τρέφουμε και για τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καβάφη.
Ακούγεται παράδοξη ως ερώτηση• ωστόσο, είναι πιο δύσκολο να γράψεις ένα απλό τραγούδι απ’ ό,τι ένα πιο περίπλοκο;
Πάνος: Ένα πραγματικά απλό –όχι απλοϊκό– τραγούδι είναι ακριβώς το ίδιο δύσκολο όσο κι ένα σύνθετο. Μερικές φορές, μάλιστα, το απλό είναι πολύ πιο δύσκολο από το σύνθετο. Κι αυτό συμβαίνει επειδή το απλό πρέπει να είναι απόλυτα αληθινό και πηγαίο. Δεν φέρει άλλα όπλα, παρά μόνο την αθωότητα και την αλήθειά του.
Χάρης: Το απλό είναι διάφανο. Δεν θέλει να κρύψει ούτε να κρυφτεί από τίποτα. Ενώ, στο σύνθετο υπεισέρχονται οι τεχνικές και τα διάφορα ενορχηστρωτικά κόλπα, έτσι ώστε μερικές φορές δεν μπορείς να διακρίνεις στο τέλος καθαρά την ουσία. Δεν έχω τίποτα εναντίον τού σύνθετου τραγουδιού –προς Θεού– κάθε άλλο. Εξάλλου, εμείς έχουμε ασχοληθεί κατά κόρον και με τα δύο είδη. Εννοώ, ότι το σύνθετο τραγούδι μπορεί εύκολα –αν θέλει– να κρύψει μέσα του την απάτη. Δηλαδή, την έλλειψη ουσίας.
Δεδομένου των δεκάδων χιλιάδων πωλήσεων των δίσκων σας, μόνο η Παράλληλη Δισκογραφία έγινε έξι φορές πλατινένια. Κερδίσατε αρκετά από το τραγούδι ώστε να συνεχίσετε να ζείτε χωρίς να δουλεύετε;
Πάνος: Δεν μου αρέσει να μιλάω για χρυσούς και πλατίνες. Αλλά, αφού το ρωτάτε, επιτρέψτε μου, για πρώτη και τελευταία φορά, να σας πω με ακρίβεια την πραγματικότητα, για χάρη της αλήθειας και μόνο. Κατ’ αρχάς, όλοι ανεξαιρέτως οι δίσκοι μας είναι χρυσοί, ακόμα κι αυτοί που βγήκαν με τη δική μας εταιρεία, το Λύχνο. Επίσημα πλατινένιος δίσκος είναι τα Ζεστά Ποτά• που δεν ξέρω πόσες φορές πλατινένιος μπορεί να θεωρηθεί, αφού δεν έπαψε ποτέ να πουλάει, από το 1985 οπότε εκδόθηκε, όπως άλλωστε και οι άλλοι δίσκοι μας, που δεν σταμάτησαν ποτέ να κινούνται. Η Παράλληλη Δισκογραφία είναι –όπως το είπες– έξι φορές πλατινένια, ο Απρίλης Ψεύτης είναι πλατινένιος εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια και, φυσικά, το 20 Χρόνια Live στο Λύχνο. Όλα αυτά, με τα στάνταρ της «παλιάς καλής εποχής», των 50.000 και των 100.000 αντίστοιχα, για τις δύο κατηγορίες, εκτός από τις Τρύπιες Σημαίες και τους Ελαιώνες Της Αγάπης, που εκδόθηκαν το 2000, όταν πια ο χρυσός δίσκος είχε κατέβει στις 25.000. Τέλος, είναι οι χρυσοί ή οι πλατινένιοι δίσκοι άλλων συναδέλφων, στους οποίους συμμετέχουμε είτε ως τραγουδιστές είτε ως συνθέτες.
Χάρης: Αυτή είναι η πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά (αν και θα ήταν δίκαιο, όπως ξέρουμε ότι γίνεται στο εξωτερικό), δυστυχώς δεν βγάλαμε λεφτά από τη δισκογραφία, γιατί τα ποσοστά που παίρναμε ήταν σκέτα ψίχουλα. Από το 1982 (είκοσι οκτώ χρόνια πίσω), με το Μια Βραδιά Στο Λούκι, όταν πρωτομπαίναμε στη δισκογραφία, δεν έχουμε σταματήσει να δουλεύουμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο,. Άσ’ τα, άσ’ τα. Τα πολλά λεφτά, να ξέρετε, βγαίνουν στα μαγαζιά της νύχτας και όχι στον δικό μας χώρο.
Με βάση την εμπειρία σας, ποιο ή ποια τα συμπεράσματα για τη μουσική βιομηχανία;
Πάνος: Δεν γνωρίζω ακριβώς τι συμβαίνει στη διεθνή μουσική βιομηχανία• εκείνο που ξέρω όμως είναι ότι την εγχώρια μουσική βιομηχανία την πήρε και τη σήκωσε. Ποιος είναι ο λόγος; Ρωτήστε καλύτερα τους ίδιους. Δυστυχώς, όπως έστρωσαν έτσι θα κοιμηθούν.
Υπάρχουν τραγούδια που σας συγκίνησαν τον τελευταίο καιρό;
Πάνος: Ναι, ας πούμε το New divide των Linkin Park, το Know your enemy των Greenday, το Wheels από τους Foo Fighters και άλλα πολλά.
Χάρης: Το Breathless του Dan Wilson, που αρέσει και στην ανιψιά μου, τη Μαριαννούλα, μου αρέσουν κάποια τραγούδια των Franz Ferdinand, το Take me out, για παράδειγμα.
Προσωπικά, πώς ορίζετε το καλό τραγούδι;
Πάνος: Καλό τραγούδι είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που με το πρώτο άκουσμα αφήνει στην καρδιά σου ένα ανεξίτηλο σημάδι. Το θέμα είναι καθαρά προσωπικό.
Χάρης: Άμα με βρει στο δοξαπατρί, είναι καλό. Αυτό είναι το μοναδικό μου κριτήριο.
Τα τραγούδια σας μοιάζουν με ταινίες μικρού μήκους. Εμφανώς κοινωνικοπολιτικά, που αφηγούνται καθημερινές ιστορίες, με υπαρκτούς ήρωες και σκηνική δράση. Σήμερα μονοπωλεί ο έρωτας. Γιατί, πιστεύετε;
Πάνος: Επειδή, πλέον, όλοι σχεδόν στοχεύουν στην εύκολη και γρήγορη επιτυχία, οπότε ο έρωτας είναι η εύκολη λύση. Γράψε, σου λέει ο άλλος καμιά δεκαπενταριά σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς και πού θα πάει; Όλο και κάτι μπορεί να κάτσει στο τέλος.
Χάρης: Aπό την άλλη πλευρά, ποιος θα σπάσει το κεφάλι του για να γράψει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι, όταν πριν ακόμα το προσπαθήσει, σκέφτεται: «Άντε και το έγραψα. Μετά; Ποιο ραδιόφωνο, ποιο κανάλι θα το παίξει;». Οπότε δεν το προσπαθεί καν. Βλέπετε ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο καλλιτεχνικό. Η βαλίτσα πάει πολύ μακρύτερα.
Ορίσατε και ανοίξατε την εποχή των τραγουδοποιών. Είκοσι έξι χρόνια μετά –πράγμα κοινώς διαπιστωμένο– παραμένετε ορόσημο και σχεδόν αξεπέραστοι. Δικαίωση ή θλίψη; Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται ή συνεχίζεται;
Πάνος: Δικαιωμένοι αισθανόμαστε• θλιμμένοι όμως γιατί να είμαστε; Ίσα ίσα, είμαστε ευτυχείς για όλη αυτή τη διαδρομή και ελπίζουμε πάντα για το καλύτερο.
Χάρης: Ήδη τη δεκαετία που πέρασε έχουν γραφτεί πολύ καλές δουλειές και πολύ καλά τραγούδια. Τώρα, αν είναι σπουδαία, αυτό δεν μπορούμε να το πούμε ούτε εμείς, ούτε κανένας άλλος. Αυτό το αποφασίζει μόνο ο χρόνος. Πρόσεξες τι είπες στην ερώτηση; Είκοσι έξι χρόνια μετά. Θα ξέρουμε αν κάποια από αυτά τα πολύ καλά πράγματα ήταν και σπουδαία ύστερα από ακόμα δεκαπέντε χρόνια. Τουλάχιστον. Προς το παρόν, ας τα απολαύσουμε.
Επιμένετε ακόμη αριστερά;
Πάνος: Ναι. Γιατί, παρά τις αδυναμίες της, εξακολουθώ να πιστεύω ότι μόνο η Αριστερά μπορεί να δώσει διέξοδο για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.
Ο χρόνος σάς έκανε πιο συντηρητικούς;
Πάνος: Σίγουρα, έχω γίνει πιο συντηρητικός, όσον αφορά τις συνήθειές μου, δηλαδή τα ξενύχτια, τα ποτά και γενικά όλα αυτά που κλείνουν τα καλύτερα τα σπίτια, που λέει και το τραγούδι. Αλλά όσον αφορά τις ιδέες μου και τη στάση μου απέναντι στα πράγματα και στη ζωή, παραμένω ο ίδιος. Είναι πολύ αργά για να αλλάξω.
Γιατί δώσατε τους δίσκους σας σε εφημερίδες;
Χάρης: Δυστυχώς, δεν τους δώσαμε εμείς. Μάλιστα, έχουμε κάνει αγωγή κατά της εταιρείας, η οποία θα εκδικαστεί τον Απρίλιο. Σας προσκαλώ να απολαύσουμε μαζί τη διαδικασία, να δείτε ποια είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε, έτσι ώστε να μην έχετε άθελά σας λάθος γνώμη.
Δεν σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε τραγούδια για άλλους;
Πάνος: Το έχω κάνει τρεις-τέσσερις φορές, αλλά μόνο για φίλους –Μανώλης Λιδάκης, Γιώργος Νταλάρας, Πυξ Λαξ, Αντώνης Βαρδής– γενικά όμως το αποφεύγω. Τους αγαπάω τους τραγουδιστές, γιατί αυτοί είναι το μέσον για να φτάνουν τα τραγούδια στον κόσμο, αλλά φοβάμαι την ανασφάλειά τους. Από μακριά και αγαπημένοι. Α, ναι, έγραψα κάποτε, το 1982, και ένα τραγούδι για τον Λ. Βελλή, επειδή μου το είχε ζητήσει ο Μανώλης Ρασούλης.
Χάρης: Δεν το έχω κάνει μέχρι στιγμής. Δεν ξέρω…
Τι σας ενώνει και τι σας χωρίζει;
Χάρης: Αυτό που μας χωρίζει είναι κι αυτό που μας ενώνει συγχρόνως: η διαφορετικότητά μας.



