Οι βιρτουόζοι- Ζωή Τηγανούρια
Τρίτη, 18 Μαΐου 2010
- Μιχάλης Πολυχρόνης
Στο εξωτερικό τη γνωρίζουν ως την Ελληνίδα Zoe τού ακορντεόν. Πίσω από τη λαμπερή όμως Zωή Τηγανούρια, κρύβεται μια μουσικός γεμάτη πάθος για την τέχνη της.
Προσγειωμένη και ψημένη από πολύ μικρή στη δουλειά, έχει δουλέψει στο πλευρό πολλών κορυφαίων Ελλήνων ερμηνευτών, τόσο στη δισκογραφία όσο και στη σκηνή. Το τόλμημα να ασχοληθεί με το ακορντεόν ως πρωταγωνιστικό όργανο, με μουσική χωρίς λόγια, την έβγαλε στο προσκήνιο, με όλες τις θετικές συνέπειες αλλά και την υποχρέωση να βαδίσει έναν δύσκολο δρόμο. Με μέντορα τον ακορντεονίστα Ηρακλή Βαβάτσικα, χαράζει εδώ και λίγα χρόνια τον ολόδικό συναρπαστικό δρόμο της, δείγμα του οποίου αποτελεί η πρώτη της διπλή συλλογή 06-09. Για το φθινόπωρο έχει έτοιμο ακόμη έναν ορχηστικό δίσκο στον οποίο σηκώνει η ίδια όλο το βάρος των συνθέσεων, εκτός εκείνου της ενορχήστρωσης• ενώ ήδη τρέχει κι άλλον έναν με τραγούδια σε λαϊκούς δρόμους. Φανατική θαυμάστρια της ενορχηστρωτικής δεινότητας του Quincy Jones, η Ζωή θα εμφανιστεί τον Μάιο στο Ηalf Note.
Σε παλαιότερες συνεντεύξεις σας είχατε δηλώσει ότι είστε –ταυτόχρονα– συγκρατημένη και τολμηρή.
Ναι, όταν ήμουν πιο νέα. Αυτό φυσικά εξακολουθεί να ισχύει. Το σωστό είναι να κρατάμε ισορροπία, να μην ταυτιζόμαστε ούτε με τα πολύ καλά ούτε με τα πολύ άσχημα.
Η φόρτιση που αποπνέει μια συγκρατημένη στιγμή πυροδοτεί αλλιώς ένα έργο στην τέχνη σας απ’ ό,τι μια τολμηρή, υποθέτω.
Τον αυθορμητισμό και τον παρορμητισμό τούς κουβαλάω από τη Σαμοθράκη, την πατρίδα μου. Η Αθήνα μ’ έκανε να συγκρατούμαι, όπως και οι άνθρωποι που γνώρισα στην πρωτεύουσα. Επίσης, διαπιστώνω ότι η κοινωνία μας έχει μπερδευτεί πάρα πολύ από τον καταιγισμό της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, του διαδικτύου• κι όλα αυτά μάς έχουν τρελάνει όλους. Οπότε δικαιολογείται να είμαι αυθόρμητη και παρορμητική λόγω χαρακτήρα, αλλά, απ’ την άλλη, ο τρόπος ζωής με κάνει να κουμπώνομαι πολλές φορές.
Αυτό λειτούργησε με θετικό τρόπο στη δουλειά σας;
Ασφαλώς! Ο αυθορμητισμός λειτούργησε πολλές φορές εξαιρετικά, γιατί με αυτόν οδηγό ξεκίνησα το ακορντεόν, άρχισα να συνθέτω, αποφάσισα να σταματήσω να δουλεύω βράδυ και να δημιουργήσω τα δικά μου cd και το δικό μου γκρουπ. Δεν το φιλοσόφησα και πολύ, έτσι απλά συνέβη, ήταν η στιγμή να γίνει. Ξεκίνησα να έρθω στην Αθήνα, να γράψω το πρώτο μου τραγούδι όταν ήμουν ήδη είκοσι τεσσάρων ετών.
Η Σαμοθράκη ήταν και παραμένει πηγή έμπνευσης;
Η Σαμοθράκη είναι ένα νησί γεμάτο ενέργεια, δύσκολο και εύκολο ταυτόχρονα. Μεγάλωσα σ’ αυτό και ως παιδί δεν ένιωθα την αύρα της, αλλά τώρα, που ζω στην Αθήνα, την αντιλαμβάνομαι περισσότερο. Όταν εμβάθυνα δε στην ιστορία του νησιού, κατάλαβα ότι έχω επηρεαστεί πολύ βαθιά.
Όλα αυτά πώς συνδέονται με το ακορντεόν;
Συνδέονται. Όταν πρωτόπιασα ακορντεόν, ήμουν πολύ συνεσταλμένη με αυτό που λέγεται μουσική. Πάντα ήμουν και θα είμαι, ευτυχώς. Όσο πιο πολύ μπαίνεις μέσα στη μουσική τόσο πιο άσχετος νιώθεις, τόσο πιο μικρός μέσα στο μεγαλείο της. Μέχρι τότε δεν ήξερα με τι να ασχοληθώ. Το αρμόνιο δεν μου άρεσε, το πιάνο δεν με πολυενθουσίαζε κι έτσι το ακορντεόν απελευθέρωσε όλη την κρυμμένη ενέργεια που κουβαλούσα από το νησί.
Ο ήχος του ακορντεόν αποπνέει για σας περηφάνια ή νοσταλγία και θλίψη;
Όλα! Δυστυχώς το είχαν συνδυάσει μέχρι πρόσφατα με τη ζητιανιά και τη μιζέρια κι ωστόσο μπορεί να παίξει πολύ ευχάριστα κομμάτια και να μιμηθεί όλα τα όργανα. Εγώ, λόγου χάριν, επεδίωξα να μιμηθώ το κλαρίνο, τα γυρίσματα της φωνής, το βιολί, το μπαντονεόν και τα κρουστά. Είναι όργανο που σε παραπέμπει σε πολλά πράγματα.
Μέχρι τώρα υπήρξαν ελάχιστες γυναίκες που έπαιζαν ακορντεόν, όπως η Λ. Παπαδοπούλου και η Ευαγγελία Μαργαρώνη. Αντλήσατε κάτι από την πείρα τους;
Έχω γνωριστεί με την Ευαγγελία Μαργαρώνη. Έχουμε πολλά κοινά. Κατάγεται από τη Μυτιλήνη, εγώ από Σαμοθράκη• ο πατέρας της έπαιζε βιολί και σαντούρι, ο δικός μου βιολί• μεγαλώσαμε σε μουσική οικογένεια και οι δύο• δούλευε κι εκείνη πολλά χρόνια με κορυφαία ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής, όπως κι εγώ. Ένιωσα οικεία μαζί της από την πρώτη στιγμή και εισέπραξα από αυτήν πολύτιμες συμβουλές και πολλή αγάπη.
Είστε –θα λέγαμε– γέννημα της εποχής τής world music, η οποία στις ημέρες μας έχει πλέον καθιερωθεί. Αισθάνεστε περισσότερο world ή λαϊκή μουσικός;
Βαθιά μέσα μου αισθάνομαι λαϊκή μουσικός, αλλά αγαπώ και βρίσκω μεγάλο ενδιαφέρον στις μουσικές του κόσμου.
Στην τελευταία σας διπλή συλλογή 06-09 πολλές από τις συνθέσεις σας αφορούν το τάνγκο.
Σε μια μεγάλη περίοδο της καριέρας μου ασχολήθηκα πολύ με το τάνγκο. Είχα φτιάξει το γκρουπ. Μελέταγα περισσότερο Piazzolla και Gardel και, έτσι, αυτό με οδήγησε να γράψω περισσότερο τέτοιο είδος μουσικής. Τα πιο παραδοσιακά κομμάτια τα είχα γράψει παλαιότερα.
Η Ελλάδα, σε σχέση με το ακορντεόν και το τάνγκο σήμερα;
Βρίσκονται σε μια αγαπημένη φάση, αν αναλογιστείτε ότι διαρκώς ακούμε για παραστάσεις, μπαρ, χορευτικά συγκροτήματα, ομάδες και σχολές. Ο Έλληνας έχει εξοικειωθεί με το είδος πολύ περισσότερο.
Έχετε γνωρίσει ξένους συναδέλφους σας;
Είχα συμμετάσχει πρόσφατα στο πέμπτο παγκόσμιο φεστιβάλ ακορντεόν στη Φινλανδία, τον Ιούνιο του 2009, όπου γνώρισα μεταξύ άλλων και τον παγκοσμίου φήμης δεξιοτέχνη Frank Marocco, τη Maria Kalaniemi, τον Simonov και πολλούς άλλους. Η Φινλανδία, όπως ξέρετε, είναι η χώρα του ακορντεόν. Στον τοπικό τύπο κάποιος κριτικός αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν το όργανο αυτό να ηχεί όπως το κλαρίνο, όπως, για παράδειγμα, στο κομμάτι Greek mountains.
Η σύνθεση πώς προέκυψε;
Κάποια στιγμή ήρθε η έμπνευση. Βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη για δουλειά και τότε ξαφνικά άρχισα να αναζητώ εναγωνίως ένα πιάνο μπροστά μου, γιατί σ’ αυτό συνθέτω. Όταν λοιπόν επέστρεψα στην Αθήνα, στρώθηκα κι έγραψα το πρώτο μου τραγούδι Έχεις κάτι που μου λείπει, σε στίχους Θωμά Μεσημέρη. Μέσα σε δυο-τρεις μήνες, είχα ολοκληρώσει περισσότερα από εκατό τραγούδια. Κι όλο αυτό έγινε ξαφνικά.
Την ώρα της έμπνευσης και της προετοιμασίας ενός τραγουδιού εμφιλοχωρεί ωστόσο η σκέψη του ακορντεόν;
Όχι. Το ακορντεόν έρχεται πάντοτε στις δύσκολες στιγμές, εκεί που νιώθω αμηχανία και δεν ξέρω τι να κάνω: τότε θα μου βρει τη λύση. Όταν δυσκολεύομαι στην ενορχήστρωση, με το ακορντεόν όλα λύνονται αυτόματα.
Πώς προέκυψε η ZoeMusic;
Έπρεπε να κάνω αυτοδιοργάνωση συναυλιών ή να κόψω τιμολόγιο, για καθαρά διαδικαστικούς λόγους. Τότε έβγαλα και το πρώτο cd για τη ZoeMusic, το τέταρτο κατά σειρά. Κι αυτό όμως έγινε απρόσμενα. Η ενασχόληση βέβαια με την εταιρεία μού στερεί κάποιες πολύτιμες ώρες μελέτης, πράγμα που δεν συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια.
Θα σας ενδιέφερε κάποια στιγμή μια συλλογή με παραδοσιακά τραγούδια της Ελλάδας με ακορντεόν;
Πολύ καλή ιδέα! Αν και εμένα μ’ αρέσει να παίρνω πράγματα, αρχικά άσχετα με το ακορντεόν, και να τα προσαρμόζω σε αυτό, όπως, λόγου χάριν το κομμάτι από το σάουντρακ της ταινίας Η λίστα του Σίντλερ. Στα σχέδια, υπάρχουν βέβαια αρκετά κομμάτια του Piazzolla, του Frank Marocco, πολλά λάτιν τζαζ, παραδοσιακά και άλλα.
Έχετε συνεργαστεί με κορυφαία ονόματα της ελληνικής μουσικής. Τι έχετε αποκομίσει;
Τον επαγγελματισμό τους, που μου έχει γίνει βίωμα.
Πιστεύετε ότι αυτός απουσιάζει σήμερα από τους νεότερους;
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω συναντήσει. Οι νέοι είναι λίγο πιο αυθόρμητοι και περισσότερο τής τελευταίας στιγμής. Βέβαια γι’ αυτό ευθύνεται το σύστημα καθώς και οι περιορισμένες δυνατότητες που παρέχει. Ένα σύστημα το οποίο θεωρώ άδικο, έτσι όπως λειτουργούν γενικά τα πράγματα στη χώρα μας. Γι’ αυτό, όλοι μας πρέπει να συνειδητοποιηθούμε. Όλοι μας φταίμε, λίγο πολύ, αλλά τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν οι υψηλά ιστάμενοι, όποιοι κι αν είναι αυτοί.
Πόσο μπορεί να αντισταθεί ένας καλλιτέχνης;
Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα. Πόσο εύκολο είναι, ας πούμε, για έναν μουσικό να κάνει ορχηστική δισκογραφία σ’ ένα χώρο όπου κυριαρχούν το τραγούδι και ο στίχος;
Ποιος ξένος καλλιτέχνης σάς εντυπωσίασε περισσότερο;
Ο James Brown. Η χειραψία μαζί του είχε τέτοια ενέργεια που με καθήλωσε. Καταπληκτική αύρα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα τέτοιο τρακ.
Πιστεύετε ότι είναι τύχη για εσάς να είστε η μόνη γυναίκα ακορντεονίστα στην Ελλάδα;
Πράγματι, είναι τύχη. Αλλά μέχρι στιγμής δεν το έχω σκεφτεί. Ίσως όμως –και από μια σκοπιά– να είναι και ατυχία, διότι, αν υπήρχαν πολλές καλλιτέχνιδες σαν κι εμένα, να άνοιγαν οι πόρτες πιο εύκολα, να δημιουργείτο ένα στάτους στον τομέα μου. Στην ουσία παλεύω μόνη με τα θηρία. Δεν υπάρχει συνταγή. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχουν εταιρείες που προωθούν μουσικούς. Η ελληνική δισκογραφία στηρίζεται μόνο στο τραγούδι. Ψήθηκα στη δουλειά για πάρα πολλά χρόνια και είχα τη δύναμη να το τολμήσω και να το παλέψω.



