Φωτεινή Δάρρα
Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010
- Κέλλυ Κυλίτου
«Χρωστάω τόσο πολλά στην Βίκυ Μοσχολιού και στη Τζένη Βάνου, στις δύο αυτές μεγάλες ερμηνεύτριες, που θα χρειαζόμουν πέντε συνεντεύξεις για να τις γεμίσω με λόγια θαυμασμού»
Ενδιαμέσως ταξιδεύει από τη Νέα Υόρκη στο Τόκιο κι απ’ το Παρίσι στην Αλεξάνδρεια, διαδίδοντας την ελληνική μουσική και ποίηση. Η εξοικείωσή της με το θέατρο και τη μουσική, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική ωριμότητα που κατακτήθηκε μέσα από σκληρή δουλειά, αποτυπώνονται στο διπλό live cd που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη Lyra, με ερμηνείες τραγουδιών μεγάλων δημιουργών, από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τον Νίκο Ζούδιαρη μέχρι τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Άκη Πάνου, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Γιώργο Ζαμπέτα και άλλους, που αποτέλεσαν σταθμό στην ελληνική μουσική. Είχαμε καιρό να τα πούμε με τη Φωτεινή και, έτσι, με αφορμή το νέο της cd, αδράξαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί της εφ’ όλης της ύλης.
Ο τόπος καταγωγής σας, η Ζάκυνθος, ως λίκνο της επτανησιακής σχολής, με τις καντάδες και τις αρέκιες, τους μεγάλους ποιητές και μουσουργούς, σας επηρέασε στις μετέπειτα αισθητικές επιλογές σας;
Σωστά το μαντέψατε! Η Zάκυνθος υπήρξε και για μένα –όπως και για όλους τους συντοπίτες μου– μια ιδιαίτερη πατρίδα αλλά και μια πολιτιστική αφετηρία. Η μείξη τού ελληνικού πολιτιστικού στοιχείου με τη δυτικότροπη αισθητική σε όλες τις τέχνες με οδήγησε αρχικά στην Ελλάδα του κατάφυτου και πρασινογάλαζου Ιονίου, του μυστικού Σολωμού και του αρχαϊκού Κάλβου. Από τον Λαυράγκα, τον Καρρέρ, τον Μάντζαρο, τον Βισβάρδη και τόσους άλλους, μέχρι τον αδικοχαμένο Λάγιο από τη σύγχρονη Ζάκυνθο, από τις αρέκιες και τις μπάντες, μέχρι τις μαντολινάτες, στην παιδική μου ηλικία φώλιασε στην ψυχή μου μια τόσο πολύχρωμη και αγαπημένη αίσθηση καταγωγής. Όμως η γοητεία της διαφορετικότητας των ελληνικών παραδόσεων, που είναι τεράστια, με κατέκτησε πολύ γρήγορα. Σήμερα ό,τι ανήκει σε όλη την Ελλάδα με εμπνέει το ίδιο και αυτό ίσως να οφείλεται ακριβώς στον ζακυνθινό κοσμοπολιτισμό.
Έχετε την τύχη να συνεργαστείτε με μερικούς από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες: Παπαδημητρίου, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, Μαμαγκάκη, Ζούδιαρη. Από την εμπειρία σας, τι ιδιαιτερότητα θα λέγατε ότι έχει ο καθένας στον τρόπο που συνεργάζεται με τον ερμηνευτή;
Αξίζει περισσότερο να σταθεί κανείς στα κοινά σημεία, παρά στις διαφορές, οι οποίες είναι εξάλλου εμφανείς στο ίδιο το μουσικό έργο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τραγουδιστής που σέβεται τον εαυτό του, ο οποίος δεν κάθισε –όταν βρισκόταν στα πρώτα του βήματα– δίπλα σε έναν τουλάχιστον μεγάλο συνθέτη. Έτσι και για τον νέο τραγουδιστή, η διαδρομή αυτή είναι αυτονόητη. Ο συνθέτης είναι αυτός ο οποίος μπορεί να σου εμφυσήσει τον εσωτερικό φωτισμό που υπάρχει μέσα στο έργο του και που δεν είναι προσβάσιμος σε αμύητο ερμηνευτή. Από την άλλη πλευρά, η γενικότερη ηθική στάση του ερμηνευτή απέναντι στο έργο είναι αποτέλεσμα αυτής της σχέσης. Βεβαίως, ο κάθε συνθέτης έχει τη δική του πινελιά και τεχνοτροπία διδασκαλίας, που σου την προσφέρει απλόχερα, επιχειρώντας πάντα να αντλήσει από εσένα τη δική σου αλήθεια.
Έχετε σπουδάσει υποκριτική και μουσική. Αν και έχετε ασχοληθεί επίσης με το αρχαίο δράμα και με μιούζικαλ, φαίνεται ότι μάλλον σάς έχει κερδίσει το τραγούδι. Ισχύει κάτι τέτοιο ή είναι νωρίς για τέτοιου είδους συμπεράσματα;
Και το αρχαίο δράμα και το μιούζικαλ έχουν άμεση σχέση με το τραγούδι. Αλλά και όταν πρωταγωνίστησα σε έργο καθαρής πρόζας, στο ΚΘΒΕ, πάλι βρέθηκα να τραγουδώ. Το σίγουρο είναι ότι δεν αντέχω για πολύ μακριά από το τραγούδι.
Ήσασταν η πρώτη Ελληνίδα που τραγούδησε για πρώτη φορά στην Αγία Ειρήνη της Κωνσταντινούπολης. Αυτό σας γέμισε με ιδιαίτερα συναισθήματα, τόσο αναφορικά με το κοινό στο οποίο απευθυνόσασταν όσο και με την ιστορική σημασία του τόπου;
Είναι κάποιες στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν ορίζεις εσύ το σώμα σου, αλλά ότι σε καθοδηγεί κάποια ανώτερη δύναμη. Ένιωθα μουδιασμένη από το κεφάλι μέχρι τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου. Παρακαλούσα τον Θεό να με αξιώσει να το ξανανιώσω.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε η ταινία Agora, στην οποία περιγράφεται τόσο η καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας όσο και τα δεινά της Υπατίας από τους Χριστιανούς, μιας από τις μεγαλύτερες αστρονόμους και μαθηματικούς της αρχαιότητας. Με αφορμή τη συναυλία σας στα εγκαίνια της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου ερμηνεύσατε μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη από την εξαιρετική δουλειά Που Γι’ Αλεξανδρινό Γράφει Αλεξανδρινός του Δημήτρη Παπαδημητρίου, πείτε μας πώς νιώθετε για τον αρχαιοελληνικό κόσμο που έφυγε και τον χριστιανικό κόσμο που τον διαδέχτηκε.
Ακριβώς δίπλα στο τελευταίο σπίτι του Καβάφη, σε περίοπτη θέση, υπάρχει ο χριστιανικός ναός του Αγίου Διονυσίου, χτισμένος επάνω από τον ελληνιστικό ναό του Σεράπιδος. Νομίζω ότι ο ανθρώπινος νους κάνει ακριβώς το ίδιο: επανατοποθετεί τη μεταφυσική του σκέψη σε επίπεδα ανώτερα, ωστόσο επάνω ακριβώς στους ίδιους θρησκευτικούς τόπους τής σκέψης, εξελίσσοντας μέσα από τα θρησκευτικά δόγματα τη σχέση του με τον Θεό. Σύμφωνα με τις ιστορικές του ανάγκες, άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο, ο άνθρωπος αλλάζει. Το θείον όμως είναι πάντα εκεί. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι χριστιανοί φιλόσοφοι διακρίνονται για την αρχαιογνωσία τους, ξεκινώντας από τους ίδιους τους Εβδομήκοντα.
Έχω την αίσθηση ότι η παράσταση Όσο υπάρχουν Αχαιοί, σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, στην οποία συμμετείχατε, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο των εγκαινίων του μουσείου της Ακρόπολης, δεν κυκλοφόρησε σε cd-dvd ούτε ακούστηκε πολύ. Πού το αποδίδετε αυτό;
Στην παράσταση αυτή το Ηρώδειο ήταν γεμάτο με 4.500 ανθρώπους. Άνθρωποι οι οποίοι ήρθαν να ακούσουν ένα έργο το οποίο δεν έχει –όπως κι εσείς πολύ σωστά επισημάνατε– κυκλοφορήσει σε cd, ώστε να γίνει γνωστό στον πολύ κόσμο. Το έργο αυτό βέβαια έχει ξαναπαιχτεί άλλες τρεις φορές ζωντανά σε απλή μορφή κονσέρτου, πάλι με αντίστοιχη επιτυχία, στο Ηρώδειο και στο Μέγαρο. Έχει μεταδοθεί τηλεοπτικά δύο φορές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Φέρει κάτι το μυστηριακό, καθώς φαίνεται, που προσελκύει τους ακροατές, που τόσο λίγα γνωρίζουν ακόμα γι’ αυτό. Αυτό ήταν –όχι το μόνο– που έκανε τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη να ονομάσει δημόσια τον Δημήτρη Παπαδημητρίου συνεχιστή του έργου του. Πρόκειται σαφώς για ένα λαϊκής αποδοχής έργο. Η μη έκδοση του ακόμη σε cd ή dvd οφείλεται –φαντάζομαι– απλώς στο γεγονός ότι ο συνθέτης επιδιώκει την τελειότητα σε κάθε επίπεδο (παραγωγής κ.λπ.) και μόνο όταν αισθανθεί ότι αυτό έχει επιτευχθεί μοιράζεται το δημιούργημά του με το ευρύ κοινό. Ελπίζω να συμβεί σύντομα κι αυτό, παρόλο που φοβάμαι μήπως χαθεί το μυστήριο.
Ερμηνεύσατε το εισαγωγικό θέμα της τηλεοπτικής κάλυψης των Ολυμπιακών Αγώνων με ιδιαίτερη επιτυχία και αποσπάσατε διεθνώς αξιόλογες κριτικές. Το ίδιο και η διοργάνωση των Ολυμπιακών στο σύνολό της. Έξι χρόνια μετά, πιστεύετε ότι η διοργάνωση αυτή είχε, τελικά, θετική επίδραση στη χώρα μας;
Όσες αντιρρήσεις και να εκφράζει κανείς σε επί μέρους ζητήματα, που αφορούν εξάλλου ένα τόσο ευρύ θέμα, είναι βέβαιο ότι διεθνώς οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο τρόπος που διεξήχθησαν –και μάλιστα στον τόπο στον οποίο και ανήκουν– διαφήμισαν την χώρα μας και έκλεισαν αρκετά από τα ξένα στόματα που έχουν εύκολη την κακή κριτική για τη χώρα μας.
Έχετε ταξιδέψει σε πολλά μέρη του κόσμου ως πρέσβειρα του ελληνικού πολιτισμού. Τι εστί ελληνικότητα για εσάς που την προάγετε;
Δεν θα τολμούσα ποτέ να συμφωνήσω στον πολύ τιμητικό αυτό τίτλο που μου προσδίδετε. Κάθε Έλληνας και Ελληνίδα είναι πρέσβεις του ελληνικού πολιτισμού, ιδιαίτερα όταν δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Όλοι μας πρέπει να προσπαθούμε να υπενθυμίζουμε κάθε στιγμή, με τη δράση μας, ότι υπάρχει διάρκεια και συνέχεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο σήμερα.
Σας έτυχε ποτέ να νιώσετε ντροπή για τη χώρα σας;
Αισθάνομαι ντροπή κάθε φορά που βλέπω να πετούν αποτσίγαρα στο δρόμο, κάθε φορά που βλέπω να βρίζονται στα φανάρια, κάθε φορά που βλέπω να μη δίνεται προτεραιότητα στον ανήμπορο, κάθε φορά που βλέπω να σπρώχνονται στην ουρά –μέχρι και στην εκκλησία για τη θεία κοινωνία– κάθε φορά που συναντώ αγενείς ανθρώπους και, τέλος, κάθε φορά που αντικρίζω την αδικαιολόγητη και εκ προθέσεως κακία. Αλλά παρηγορούμαι από τόσες άλλες αρετές.
Για να περάσουμε τώρα και στη νέα δισκογραφική δουλειά σας. Πώς πήρατε την απόφαση να κυκλοφορήσετε το διπλό cd live από το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο; Η αναμέτρησή σας με τραγούδια, των οποίων η ερμηνεία έχει αφήσει ιστορία, δεν σας φόβισε;
Είχα τη μοναδική τύχη να πάρω έγκριση από τα ίδια τα πρόσωπα των οποίων τα τραγούδια τόλμησα να ακουμπήσω. Τόσο η αείμνηστη Βίκυ Μοσχολιού με τίμησε με την προσωπική της υποστήριξη και φιλία στα τελευταία χρόνια της ζωής της –στα οποία πήρα μια ισχυρή δόση τού τι στ’ αλήθεια είναι λαϊκό τραγούδι και τι με οδήγησε σε αυτό– όσο και η τεράστια Τζένη Βάνου με τίμησε με δημόσια αποδοχή τής ερμηνείας του τραγουδιού αυτού. Χωρίς αυτές τις δύο στηρίξεις δεν θα μπορούσε κάποιος να αποτολμήσει να ακουμπήσει τα τραγούδια αυτά που αποτελούν μύθο για εμάς τους Έλληνες. Χρωστάω τόσο πολλά στις δύο αυτές μεγάλες ερμηνεύτριες, που θα χρειαζόμουν πέντε συνεντεύξεις για να τις γεμίσω με λόγια θαυμασμού.
Εν τω μέσω μιας περιόδου ισχνών αγελάδων και μετά την εξαγγελία των σκληρών οικονομικών μέτρων που επέβαλε η κυβέρνηση, πώς πιστεύετε ότι θα διαμορφωθεί το πολιτισμικό τοπίο της χώρας;
Η τέχνη πρέπει να πηγαίνει χέρι χέρι με τη ζωή. Μια κοινωνία πρέπει να μπορεί πάντα να εκφράζεται –και με ακριβή και με φτωχή τέχνη– ανάλογα με τις δυνατότητές της. Οι αγελάδες έχουν μικρή σχέση με την ουσία της τέχνης είτε είναι ισχνές είτε παχιές.
Τι σχέδια έχετε για το εγγύς μέλλον;
Σχεδιάζω τις επόμενες εμφανίσεις μου που πλησιάζουν.



