Αντιγόνη Μπούνα
Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010
- Αντώνης Μποσκοΐτης
Mona Lisa, το κορίτσι της διπλανής πόρτας
Η Mona Lisa δεν διαθέτει μόνο το αινιγματικό χαμόγελο μιας γυναίκας της Αναγέννησης, αλλά και το καλλιτεχνικό ένστικτο μιας βέρας Αθηναίας, η οποία γαλουχήθηκε με τα ακούσματα, τα ευρέως διαδεδομένα, του τόπου της. Δεν μιλάμε για τη Mona Lisa του Ντα Βίντσι, αλλά γι’ αυτή της Στέλλας Γαδέδη, που εκφράζεται μουσικά πότε με τάνγκο και ζεϊμπέκικα και πότε με μπαλάντες και λάτιν, με τραγούδια γραμμένα από γυναίκα για φωνή γυναίκας. Στην ακόλουθη συνέντευξη, η Αντιγόνη Μπούνα μιλάει στο Δίφωνο για την ευτυχή συνεργασία της με τη συνθέτρια Στέλλα Γαδέδη.
Θέλω να μου πείτε που γεννηθήκατε και αν ο τόπος αυτός έπαιξε ρόλο στα πρώτα σας ακούσματα.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Τα πρώτα μου ακούσματα προέρχονται από γλέντια στο σπίτι, κυρίως με λαϊκά, ρεμπέτικα και παραδοσιακά τραγούδια, αλλά και κλασική ροκ από τον αδερφό μου. Ζώντας στην Αθήνα, επόμενο ήταν να δεχθώ τα μουσικά ερεθίσματα των τελευταίων δεκαετιών• κι όχι μόνο. Μεγαλώνοντας, άρχισα να ανακαλύπτω ότι η μουσική δεν έχει όρια, ότι απλώς υπάρχει καλή και κακή μουσική. Πάντως αισθάνομαι τυχερή που γεννήθηκα σε μια μεγάλη πόλη, αλλά και που οι γονείς μου μού μετέφεραν αυτή την αισθητική που σου επιτρέπει ν’ αναγνωρίζεις τα όμορφα πράγματα.
Τραγουδήσατε και στην προηγούμενη δισκογραφική εργασία τής Στέλλας Γαδέδη. Η Mona Lisa ήρθε ως φυσική συνέχεια εκείνης της πρώτης συνεργασίας σας;
Στον προηγούμενο δίσκο της Στέλλας Γαδέδη, με τίτλο Πάντως Ήταν Νύχτα, τραγούδησα ένα ζεϊμπέκικο σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Το ύφος του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν βρισκόταν πολύ μακριά από τα δικά μου μουσικά ιδιώματα. Θα μπορούσες λοιπόν να πεις ότι η Mona Lisa δεν ήταν φυσική συνέχεια, μιας και η Στέλλα στο δίσκο αυτό κινείται από λάτιν ρυθμούς, μπαλάντες, τάνγκο, μέχρι τα πιο εγχώρια∙ τσιφτετέλι και ζεϊμπέκικα. Προφανώς διέκρινε, στο ηχόχρωμα και στον τρόπο τής φωνής μου, στοιχεία που την οδήγησαν να δουλέψουμε τα τραγούδια του δίσκου. Μέχρι σήμερα κινήθηκα επαγγελματικά πιο πολύ στην ελληνική λαϊκή μουσική –με την ευρύτερη έννοια– από σμυρναίικα μέχρι τραγούδια της τελευταίας εικοσαετίας. Πάντα μου άρεσε ν’ ακούω διαφορετικά είδη ελληνικής και ξένης μουσικής «προς τέρψιν και ψυχαγωγίαν». Οι συνθέσεις της Στέλλας ήταν πρόκληση για μένα, να βρεθώ και να δοκιμάσω τον εαυτό μου και σε άλλα μουσικά ερεθίσματα.
Σας αρέσει που ο πρώτος –στην ουσία– δίσκος σας φέρει το όνομα ενός άλλου ξακουστού έργου τέχνης;
Πιστεύω ότι θαυμάζουμε τη Mona Lisa τού πίνακα, όχι μόνο για την αξία της ως έργο τέχνης και χαρακτηριστικό δείγμα της Αναγέννησης, αλλά προπάντων για το γεγονός ότι εκφράζει τη διαχρονική εικόνα της γυναίκας: απλότητα, ερωτισμό, το αιώνιο αίνιγμα και –γιατί όχι;– την τσαχπινιά. Οι συνθέσεις της Στέλλας έχουν γυναικεία ευαισθησία, αλλά και το μυστήριο της Mona Lisa. Ο τίτλος ταιριάζει απόλυτα με τα τραγούδια.
Περιγράψτε μας με λίγα λόγια τη συνθέτρια Γαδέδη. Μπορείτε να μας μεταφέρετε μια εικόνα, μια κοινή στιγμή σας από το στούντιο.
Με λίγα λόγια, είναι κάτι δύσκολο. Η Στέλλα καταφέρνει και συνδυάζει πολύ καλά την ώριμη γυναίκα (με την εμπειρία και τη γνώση της τόσο στη ζωή όσο και στη μουσική, που κατέχει πολύ καλά τον εαυτό της, έχει πολλή εμπιστοσύνη στην κρίση της και ξέρει το στόχο της και την πορεία προς αυτόν), με το κοριτσάκι, που διαθέτει ευαισθησία, αυθορμητισμό, απλότητα και χιούμορ. Δεν είναι δήθεν κι αυτό είναι κάτι το οποίο διέκρινα από την πρώτη μας συνάντηση. Είναι ένας πολύ αληθινός άνθρωπος και εξαιρετικά ευθύς. Το διάστημα της ηχογράφησης του δίσκου ήταν μαγικό για μένα. Κάθε τραγούδι είναι μια ιστορία. Με τη Στέλλα ήμασταν μαζί σε κάθε ηχογράφηση. Αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο ως αίσθηση είναι η καθοδήγησή της. Περιγράφοντας με εικόνες καθένα από τα τραγούδια της, έμπαινα στην ουσία τους πάντα με αρκετή αίσθηση χιούμορ. Κατάφερε, με αυτό τον τρόπο, να ζεστάνει την ψυχρή ατμόσφαιρα του στούντιο και να βγάλει στην επιφάνεια τον καλύτερό μου εαυτό.
Νιώθετε την ανάγκη –κάτι απόλυτα φυσικό– να ευχαριστήσετε τη συνθέτρια που σας έδωσε απλόχερα την ευκαιρία να κάνετε έναν ολόκληρο δίσκο μαζί της. Υποστηρίζετε την αισιόδοξη άποψη που λέει ότι, οτιδήποτε ωραίο μεγάλο και αληθινό γίνεται στην τέχνη, θα βρει κάποια στιγμή δίοδο επικοινωνίας με το κοινό;
Η ευγνωμοσύνη μου, απέναντι στη Στέλλα, δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω έναν προσωπικό δίσκο• αυτό εξυπακούεται. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι με βοήθησε να ανακαλύψω στοιχεία της φωνής μου και της προσωπικότητάς μου, τα οποία δεν γνώριζα. Πέρα από την επαγγελματική, πιο ουσιαστική ήταν η προσωπική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ μας. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να πραγματοποιηθεί αυτή η δουλειά, αν δεν υπήρχαν η έγνοια, η αγάπη και η εμπιστοσύνη τής Στέλλας προς εμένα. Προπάντων, για μένα, μετράνε οι πραγματικές και ουσιαστικές σχέσεις των ανθρώπων. Μόνο έτσι προκύπτουν όμορφα και αληθινά πράγματα στην τέχνη: όταν οι άνθρωποι είναι αληθινοί και όχι δήθεν. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από τη θρησκεία του κέρδους, την ταχύτητα, το εφήμερο και το εύπεπτο. Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν άνθρωποι που αναγνωρίζουν και νιώθουν το ωραίο και το αληθινό. Με αυτή την έννοια, πάντα υπήρχε και θα υπάρχει επικοινωνία των ανθρώπων μέσα από την τέχνη, παρόλο που αυτή η επικοινωνία σε μεγάλο ποσοστό είναι κατευθυνόμενη. Ευτυχώς υπάρχει κοινό, το οποίο δεν μασάει κουτόχορτο, αντιλαμβάνεται και επιλέγει.
Έχω την αίσθηση ότι τραγουδάτε σαν να υποδύεστε ρόλο διαφορετικό κάθε φορά, από την μπόσα νόβα Λίγο πριν ξημερώσει, μέχρι το αμιγώς λαϊκό Το φεγγάρι στην ταράτσα. Θα ήθελα να μου πείτε αν κινείστε ερμηνευτικά βάσει του ύφους των τραγουδιών, της καθοδήγησης από τη δημιουργό ή του προσωπικού σας ενστίκτου.
Ο στίχος και η μουσική δημιουργούν εικόνες. Με τη φωνή του, ο ερμηνευτής καλείται να αναδείξει αυτές τις εικόνες, όπως ένας ηθοποιός υποδύεται ένα ρόλο στο θέατρο. Ο ερμηνευτής το καταφέρνει αυτό συνδυάζοντας ένστικτο, αισθητική και τεχνική σε σχέση με το ύφος του τραγουδιού, τα οποία προπάντων κατευθύνονται από το συνθέτη. Ο Μάνος Χατζιδάκις, για παράδειγμα, στον Μεγάλο Ερωτικό, αυτό ακριβώς κάνει με τους δύο ερμηνευτές: χρησιμοποιεί τον ερμηνευτή ως όργανο-ρόλο για να ολοκληρώσει το έργο. Έτσι αναδεικνύεται ο ρόλος στο σενάριο κάθε τραγουδιού. Στη Mona Lisa, η Στέλλα με καθοδήγησε ακριβώς με αυτόν τον τρόπο.
Η Στέλλα Γαδέδη για την Αντιγόνη Μπούνα:
Η μουσική είναι η μόνη τέχνη, που για να υπάρξει, να ζωντανέψει, θέλει κάποιον να την ερμηνεύσει και μάλιστα πολύ καλά. Αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση τόσο για ένα μεγάλο μουσικό έργο όσο και για ένα απλό τραγούδι. Αλλιώς δεν υπάρχει• είναι φυλακισμένη στο χαρτί ή στο μυαλό του συνθέτη.
Η Mona Lisa έκανε μια μακρά πορεία –από το 2006, που ολοκληρώθηκε, μέχρι το 2010, οπότε κυκλοφόρησε– και η κύρια αιτία ήταν ότι δεν έβρισκα τραγουδίστρια. Την περίοδο 2002-2006 έγραψα μια σειρά από λαϊκά τραγούδια, με μοναδικό κίνητρο την αγάπη μου για το τραγούδι, έχοντας για πρώτη φορά στο νου μια λαϊκή φωνή, χωρίς να υποψιάζομαι τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, επειδή όλα αυτά τα γεγονότα με κούρασαν αφάνταστα και μ’ έκαναν να δω πως στο χώρο τού τραγουδιού επικρατεί πλήρης σύγχυση, που δεν έχει καμία σχέση με την ίδια τη μουσική. Μέχρι τώρα η πορεία μου μοιάζει με μια περιπλάνηση στο δάσος, όπου κάποια στιγμή στρίβω σ’ ένα μονοπάτι που φαντάζει ελκυστικό και φωτεινό. Σ’ αυτό το μονοπάτι συνάντησα σημεία και τέρατα, που δεν φανταζόμουν ότι υπάρχουν.
Απευθύνθηκα σε πολλές τραγουδίστριες, από σούπερ επώνυμες, ανερχόμενες μέχρι παντελώς άγνωστες. Αυτές που έκαναν για τη Mona Lisa δεν ήταν διαθέσιμες• αυτές που ήταν διαθέσιμες δεν έκαναν. Μέχρι που ο Παντελής Θαλασσινός μού σύστησε την Αντιγόνη Μπούνα. Η Αντιγόνη ήταν η πρώτη που μπορούσε να τραγουδήσει αυτά τα τραγούδια και ήταν διαθέσιμη καθώς και ελεύθερη από μάνατζερ, παραγωγούς, επιτυχημένους συνθέτες, εταιρείες, άλλους μεσάζοντες, ιδεοληψίες για καριέρα και επιτυχίες. Μοναδική της φιλοδοξία, να τραγουδήσει ωραία τραγούδια. Από την πρώτη μέρα που ήρθε σπίτι μου και τραγούδησε το Πλάθοντας άνθη στον προηγούμενο δίσκο μου (Πάντως Ήταν Νύχτα - Λα Πουπέ) κατάλαβα πως ήταν αυτή ακριβώς που ζητούσα. Φωνή ζεστή σαν βιολοντσέλο, χωρίς περιορισμούς στην έκταση και χωρίς δυσκολίες, χωρίς μανιέρα και περιττά τσαλίμια. Η Αντιγόνη έχει πολύ καλή φωνή, επίσης έχει ζεστασιά και απλότητα σαν άνθρωπος• και αυτό ζητούσα για τη Mona Lisa, που τη φαντάστηκα σαν το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Άλλωστε και το διάσημο πορτρέτο απεικονίζει μια τέτοια απλή γυναίκα άλλης εποχής Και, επιπλέον, στη φωνή τής Αντιγόνης κρύβονται όλα τα μυστήρια της γυναικείας φύσης.



