Cayetano
Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010
- Μιχάλης Πολυχρόνης
Και avantgarde και mainstream
O Cayetano μαζί με τον Basement Freaks είναι οι μοναδικοί σύγχρονοι Έλληνες που παρουσίασε ο Gilles Peterson στο BBC.
Ίσως πολλοί να μη γνωρίζουν ότι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Cayetano ανήκει σ’ έναν Έλληνα μουσικό και μάλιστα αρκετά αναγνωρισμένο στο εξωτερικό. Πρόκειται για τον Γιώργο Μπρατάνη, τον οποίο πρωτογνωρίσαμε τη δεκαετία του ’90, στα πλήκτρα του συγκροτήματος Στρογγυλό Κίτρινο. Καλλιεργημένος αλλά απλός, αφουγκράζεται ενεργά τα ρεύματα της εποχής του και επιλέγει να κυκλοφορεί δουλειές με προσωπικό στίγμα και χαρακτηριστικό ύφος. Ακριβώς ανάμεσα στην τελευταία του δουλειά The Big Fall (Etage Noir Recordings) και σε αυτή που ετοιμάζει λίγο μετά το φθινόπωρο λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και καλεί να ακούσουμε τις μουσικές ανακαλύψεις του στα διάφορα dj set που διοργανώνει είτε εδώ είτε στο εξωτερικό.
Μίλησε μας λίγο για την προσωπική πορεία σου.
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, όπου το 1996 με το σχήμα Στρογγυλό Κίτρινο ηχογραφήσαμε τον πρώτο μας δίσκο με τη θρυλική εταιρεία Lazy Dog, η οποία δεν υπάρχει πια, αν και είναι εκείνη που γέννησε τους Raining Pleasure. Προλάβαμε να κάνουμε κάποιες περιοδείες και στο εξωτερικό• έπειτα το σχήμα διαλύθηκε.
Ποιo ήταν το ύφος του γκρουπ;
Είχε έναν ήχο αρκετά ηλεκτρικό, αλλά στην ουσία παίζαμε πράγματα όπως μπόσα νόβα, τάνγκο και βαλς, αλλά με κιθάρες ηλεκτρικές, ακόμα και με άγρια hammond. Tα τελευταία χρόνια, ίσως και λόγω Cayetano, υπάρχει ένα όψιμο ενδιαφέρον γι’ αυτό το σχήμα μέσα από διάφορα μουσικά blogs, γεγονός που δεν σας κρύβω ότι με ευχαριστεί, καθότι ενδιαφέρομαι και για την υστεροφημία.
Αυτός ο ήχος τότε ήταν συμβατός με την εποχή ή πολύ μπροστά απ’ αυτή;
Σε καμιά περίπτωση συμβατός και θα θεωρείτο αρκετά πρωτοποριακός αν δεν συνέβαινε η φωνή του frontman μας να είναι ολόιδια με εκείνη του Γιάννη Αγγελάκα, τόσο που οι ακροατές ζητούσαν στο δισκοπωλείο τον καινούργιο δίσκο από τις Τρύπες.
Μετά τη Θεσσαλονίκη;
Αφού περιπλανήθηκα για λίγο στην Ευρώπη, παρέμεινα στην Ισπανία για λίγα χρόνια.
Και γιατί όχι στην Αθήνα;
Μέχρι πριν από δύο χρόνια, οπότε ήρθα Αθήνα, δεν την ήθελα, δεν μπορούσα να την αντέξω. Τη θεωρούσα πολύ σκληρή, πολύ βάναυση. Δεν ήταν καν στις επιλογές μου. Το ένστικτό μου τελικά αποδείχτηκε σωστό.
Βρήκες λοιπόν καταφύγιο στην Ισπανία.
Ήταν και λίγο θέμα συγκυριών. Εκεί –και κυρίως στη Βαρκελώνη– πρόλαβα τα τελευταία καλά δημιουργικά μουσικά χρόνια της. Έμενα στην ίδια γειτονιά με τον Manu Chao και τον Tonino Carotone. Υπήρχε τότε όλη αυτή η κολλεκτίβα, από την οποία έφυγαν ένα χρόνο προτού αποχωρήσω κι εγώ. Τα τελευταία χρόνια στη Βαρκελώνη υπήρχε ένας απίστευτος αναβρασμός. Με τέτοιο λοιπόν κλίμα ήταν πολύ εύκολο να βοηθηθεί κάποιος που ήθελε πραγματικά να δημιουργήσει. Έτσι συνέβη και με μένα, όταν είχα την τιμή να παίξω με τους Radio Bemba (Manu Chao) και πολλούς άλλους γνωστούς καλλιτέχνες στην Ισπανία.
Πώς κυνηγάει και πώς προωθεί τη δουλειά του ένας καλλιτέχνης στο εξωτερικό;
Εξίσου δύσκολα με την Ελλάδα. Η διαφορά είναι ότι τα λεγόμενα διεθνή ονόματα, που φανταζόμαστε εδώ, απομυθοποιούνται πολύ γρήγορα. Για παράδειγμα, ο Manu Chao ήταν κάθε πρωί έξω από το σπίτι μου με σαγιονάρες και βερμούδα και ψώνιζε από τον μπακάλη της γειτονιάς. Με τον Carotone πίναμε μαζί μπίρες και ξεχνούσε ότι έχει πρόβα. Αλλά κάτι τέτοιο σπάνια συμβαίνει εδώ. Οι τοπικοί αστέρες εθνικού επιπέδου είναι αδικαιολόγητα ακριβοθώρητοι. Εξαρτάται λοιπόν σε ποιον κύκλο θέλεις να ενταχθείς στην Ελλάδα. Σε αυτόν που ήθελα εγώ μπήκα αρκετά εύκολα και θεωρώ ότι είναι ανοιχτός, επειδή δεν έχει να χάσει και πολλά πράγματα. Δεν παίζουμε άλλωστε με εκατομμύρια.
Η σκηνή βέβαια την οποία εκπροσωπείς είναι πολύ πιο ανθηρή έξω. Ποιος έκανε πρώτος την προσέγγιση;
Ως Cayetano, το πρώτο βινίλιο βγήκε το 2001 από μια γερμανική εταιρεία• πλέον κατηργημένο. Αυτός ο δίσκος ήταν ένας πιο ηλεκτρονικός Cayetano και περιείχε και το ρεμίξ του Manu Chao, το οποίο πήγε πολύ καλά και εδώ και έξω. Τότε με προσέγγισε σε μια συναυλία όπου συμμετείχα μ’ ένα ισπανικό γκρουπ. Το 2003 κυκλοφορεί άλλο ένα βινίλιο. Πάντως και στην Ελλάδα σε προσεγγίζουν οι ανεξάρτητες εταιρείες. Τώρα πια είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον έξω κόσμο, καθώς δραστηριοποιούνται αυτές οι εταιρείες και στην αλλοδαπή. Εκεί όπου στη χώρα μας δυσκολεύεται να παρέμβει ακόμα η εταιρεία είναι στο κύκλο των μέσων. Έξω η σχέση εταιρείας - μουσικού -μέσων λειτουργεί πολύ καλύτερα.
Παρόλο που πάει καλά ο δίσκος εδώ –και απρόσμενα πολύ καλύτερα στην Ευρώπη– στην Ελλάδα έχεις κάνει ελάχιστες συναυλίες.
Οι συναυλίες μας δεν έχουν να κάνουν με ελληνική μπάντα: είναι όλα μετρημένα όπως πρέπει, ταυτόχρονα παίζουν συγχρονισμένα βίντεο, ο φωτισμός είναι πολύ προσεγμένος, προσπαθώντας να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα που υποστηρίζει τη μουσική. Οι συναυλίες που είχαμε κάνει μ’ αυτόν το τρόπο είχαν επαινεθεί μέχρι και από το WIRE. Μια συναυλία η οποία φαντάζει σα να βγαίνει από κάποιο υπέρ γκρουπ.
Πώς προέκυψε το όνομα Cayetano;
Είναι απλά ένα μεξικανικό όνομα. Μου κόλλησε λόγω της ομοιότητάς μου μ’ έναν Μεξικανό πιανίστα στο συγκρότημα του οποίου έπαιζα. Όταν έφυγε, πήρα τη θέση του και όλοι με μπέρδευαν. Θα το κρατήσω και στο μέλλον, εκτός αν κάνω κάτι πολύ διαφορετικό.
Σαν τι διαφορετικό φαντάζεσαι;
Κάτι τελείως άρρωστο, με βάση το νταμπ, από το οποίο δεν μπορώ να ξεφύγω, αλλά πιο σκοτεινό, πιο πειραματικό.
Αισθάνεσαι Έλληνας ή διεθνής μουσικός;
Δεν ξέρω. Δεν αισθάνομαι τίποτα απολύτως. Έχω την εντύπωση ότι κυρίως δεν αισθάνομαι Έλληνας. Η Ελλάδα με εξοργίζει!
Γιατί όμως επέστρεψες;
Τώρα πια την ίδια δουλειά μπορείς να τη κάνεις και στο τελευταίο χωριό• αρκεί μια καλή σύνδεση διαδικτύου. Εδώ εξάλλου ζούνε οι φίλοι μου και η οικογένειά μου. Αν φύγω, θέλω να πάω στο Βερολίνο: είναι κάτι σαν πολιτιστικό κέντρο. Απλά θέλω να πάω σ’ ένα μέρος πιο οργανωμένο, να υπάρχει μια τάξη, δηλαδή ό,τι λείπει από την Ελλάδα.
Χρησιμοποιείς περισσότερο υπολογιστή ή όργανα;
Πάντα ξεκινάω μ’ ένα πιάνο κι από κει και πέρα, όσο προχωράει η ενορχήστρωση, υπερτερούν τα αληθινά όργανα, τα οποία φυσικά διαλύονται αργότερα στο pc.
Πόσο ψάχνεις τη μουσική ως dj;
Η ενασχόληση με καινούργια ακούσματα μού παίρνει καθημερινά τρεις με τέσσερις ώρες, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο ή επιλεγμένα και ενημερωμένα δισκοπωλεία.
Ποια σκηνή στην Ευρώπη νομίζεις ότι πρωτοστατεί είτε ως κίνημα είτε ως χώρα;
Μεγάλη άνθιση γνωρίζει το nu funk, καλλιτέχνες του οποίου έχουμε και στην Ελλάδα. Μέχρι πριν από πέντε-έξι χρόνια, η Αυστρία ήταν πρωτοπόρος επί μια δεκαετία. Τώρα ο ανταγωνισμός έχει φέρει όλες τις χώρες στο ίδιο επίπεδο, γι’ αυτό και η Ελλάδα βρίσκεται μέσα σε αυτό.



